Η ιστοσελίδα μας παρέχει την καλύτερη δυνατή εμπειρία με τη χρήση cookies. Συνεχίζοντας την πλοήγηση στην ιστοσελίδα, συναινείτε στην χρήση cookies από εμάς. ΑΠΟΔΟΧΗ
Καινούργια μέρα Προβολή Μεγαλύτερου

Καινούργια μέρα

Νέο

ΚατηγορΙα: ΕλληνικΗ ΠεζογραφΙα
Συγγραφέας: Νίκος Χρυσός
Σελίδες: 688
ISBN: 978-960-03-6357-9

Περισσότερες λεπτομέρειες

Αγοράζοντας αυτό το προϊόν μπορείτε να μαζέψετε μέχρι και 18 πόντους επιβράβευσης. Το καλάθι σας θα έχει συνολικά: 18 πόντους που μπορούν να μετασχηματιστούν σε κουπόνι αξίας 0,90 €.


18,00 € με ΦΠΑ

Ένα βράδυ του Δεκεμβρίου σε μια σκοτεινή γωνιά του Λιμανιού, τρεις άντρες πυρπολούν ζωντανό τον Σεβαστιανό, έναν κλοσάρ που έχει τη φήμη δεινού παραμυθά.
Ο Παύλος, ο νεότερος από τους τρεις θύτες, συγκλονισμένος από την αγριότητα του εγκλήματος αναζητά στοιχεία για το θύμα, ελπίζοντας πως έτσι θα εξιλεωθεί από τις τύψεις.
Μέσα στη σύγχυσή του, πιστεύει πως, αν ζωντανέψει την ιστορία του νεκρού, θα τον επαναφέρει στη ζωή. Ερευνώντας στα στέκια των αστέγων, καταφέρνει να εντοπίσει τους συντρόφους
του Σεβαστιανού, τον Τέως, τον Μαρκόνη, τον Λάκυ και τον Γιάννη. Ζητά και από τους τέσσερις να διηγηθούν την ιστορία τους και την ιστορία του χαμένου φίλου τους,
και δίχως να το καταλάβει παγιδεύεται σε έναν παράξενο κόσμο. Ενώ όλα μοιάζουν, στην αρχή, γεγονότα πραγματικά, οι αφηγήσεις περιπλέκονται.
Ποιες αιτίες και ποια κίνητρα τους ωθούν σε διαφορετικές και συχνά αντικρουόμενες μαρτυρίες; Πού σταματά ο μύθος και πού αρχίζει η αλήθεια;
Ποιος ήταν τελικά ο Σεβαστιανός;
Μια κατάβαση στην κόλαση του περιθωρίου, μια περιπλάνηση στον παράδεισο της εξιστόρησης, ένας λαβύρινθος όπου ίσως κρύβεται το νόημα της ζωής.
ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Μια βύθιση στον ζοφερό κόσμο των απόκληρων, "Εφημερίδα των Συντακτών", 10.11.2018

Το μυθιστόρημα του Νίκου Χρυσού «Καινούργια μέρα», που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, είναι μια καθηλωτική κατάβαση στην κόλαση του περιθωρίου,
μια περιπλάνηση στον παράδεισο της εξιστόρησης, ένας λαβύρινθος όπου ίσως κρύβεται το νόημα της ζωής.
Ενα χειμωνιάτικο βράδυ στο αμαξοστάσιο παροπλισμένων λεωφορείων του Λιμανιού –λιμάνι του ευρωπαϊκού Νότου–, στο οποίο δεκάδες άστεγοι βρίσκουν καταφύγιο, τρεις άντρες
πυρπολούν ζωντανό τον Σεβαστιανό, έναν κλοσάρ ο οποίος έχει τη φήμη δεινού παραμυθά μεταξύ των άπορων και των ζητιάνων της πόλης. Ο Παύλος, ο νεότερος από τους τρεις θύτες,
σοκαρισμένος από την αγριότητα του εγκλήματος αναζητά στοιχεία για το θύμα. Ελπίζει, πως έτσι θα εξιλεωθεί από τις ενοχές και τις τύψεις, ενώ πιστεύει, μέσα στη σύγχυσή του,
πως αν ζωντανέψει την ιστορία του νεκρού θα τον επαναφέρει στη ζωή.
Ερευνώντας στα στέκια των αστέγων, καταφέρνει να εντοπίσει τους τέσσερις συντρόφους του Σεβαστιανού, τον Τέως, έναν κατεστραμμένο μεγαλέμπορο υφασμάτων, τον Μαρκόνη,
έναν πρώην ασυρματιστή ο οποίος κατέληξε άφραγκος κι ανέστιος στο Λιμάνι, τον Λάκυ, έναν άπορο μετανάστη, αγαθό και καλόπιστο, και τον Γιάννη, τον μικρότερο από τους τέσσερις.
Χωρίς να ομολογήσει ποτέ τη συμμετοχή του στον φόνο του φίλου τους, τους ζητά να του διηγηθούν την ιστορία τους και την ιστορία του Σεβαστιανού.
Δίνοντας ο ένας τη σκυτάλη στον άλλον προσπαθούν να εξηγήσουν τον ρόλο που έπαιξε ο Σεβαστιανός στη ζωή τους, συνειδητοποιώντας εν τέλει ότι ελάχιστα πράγματα γνώριζαν
για εκείνον. Μυημένοι ωστόσο στη δύναμη των αφηγήσεων, ελπίζουν πως διηγούμενοι τις αναμνήσεις τους, τις περιπέτειές τους στον δρόμο, τις προσδοκίες και τις διαψεύσεις τους,
δίνουν στη ζωή τους ένα ύστατο νόημα. Κάθε διήγηση είναι και μια συγκλονιστική βύθιση στον ζοφερό κόσμο των περιφερόμενων απόκληρων και μονάχα οι ιστορίες του Σεβαστιανού
λειτουργούν σαν φωτεινοί φάροι για τους τέσσερις άντρες που αδυνατούν να χωνέψουν τον θάνατο του συντρόφου τους.
Και ενώ όλα μοιάζουν, στην αρχή, γεγονότα πραγματικά, οι αφηγήσεις περιπλέκονται...
Η «Εφημερίδα των Συντακτών» δημοσιεύει δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το βιβλίο.
[…] Μετά τα ασθενοφόρα και την Πυροσβεστική, έπειτα από τους νταγλαράδες της υπηρεσίας Προστασίας του Πολίτη και τα τσουτσέκια της Δημοτικής Αστυνομίας, ήρθε η σειρά
της υδροφόρας και των υπαλλήλων καθαριότητας, οι οποίοι βάλθηκαν να καταβρέχουν και να τρίβουν τις στάχτες, τα καμένα λίπη και τα αίματα που είχαν αναμιχθεί σε μια πηχτή κηλίδα
λάσπης στο πλάτωμα του παλιού αμαξοστασίου. Τρεις σκουπιδιάρες είχαν αράξει στο μπάσιμο της αλάνας και οι οδηγοί κάπνιζαν μπαϊλντισμένοι δίπλα στις καμπίνες, ενώ έξι άντρες
με πορτοκαλί φόρμες τάιζαν τους περιστρεφόμενους κάδους με χαρτόκουτες, ξεβαμμένους μουσαμάδες, κουρελόπανα και ξύλινα κασόνια που κατά τη γνώμη μας δεν ήταν καθόλου
για πέταμα. Δυο άλλοι, ντυμένοι στα πράσινα κι οπλισμένοι με βαριές συρμάτινες σκούπες, έτριβαν τον λεκέ, κουρασμένοι ήδη από το μάταιο της προσπάθειας, αφού κατά βάθος
γνώριζαν πως θα χρειαζόταν καιρός, κάμποσες βροχές κι αρκετός ήλιος για να σβηστούν τα ίχνη που άφησε ο φίλος μας. Το μόνο που κατάφερναν με το τρίψιμο
ήταν να ζωντανεύει η μυρουδιά που είχε καθίσει στο τσιμέντο, μια οσμή άγρια και βαριά που ’κανε τα μάτια μας να θολώνουν και υποχρέωνε τους καθαριστές να στέκουν κάθε τόσο
και να φτύνουν πικρές ροχάλες. Εν τω μεταξύ η υδροφόρα έστελνε κατά διαστήματα πίδακες νερού προς κάθε κατεύθυνση ραντίζοντας τις σκουριασμένες λαμαρίνες σαν να ήταν
ποτιστική βεντάλια και οι ελάχιστοι κουρελήδες που είχαν ξεμείνει μέσα στα παρατημένα τροχοφόρα κούρνιαζαν κάτω απ’ τα σκεπάσματα, ελπίζοντας να τελειώσει το πανηγύρι
πριν γίνουν μουσκίδι ώς το κόκαλο. Πριν ολοκληρωθούν οι εργασίες καθαριότητας, άρχισαν να πέφτουν πυκνές νιφάδες και μέχρι το βράδυ ολόκληρο το Λιμάνι είχε καλυφθεί
από ένα στρώμα χιονιού που έφτανε έως τη θάλασσα κι όταν αποχώρησαν τα οχήματα και οι άντρες του δήμου, οι άστεγοι ξεμύτισαν από τα μεταλλικά καταλύματά τους γυρεύοντας
ζεστές γωνιές για να ξεχειμωνιάσουν και το αμαξοστάσιο έμεινε έρημο για σαράντα μέρες, όσο κράτησε δηλαδή εκείνο το πρωτόγνωρο κύμα ψύχους που παρέλυσε μια πόλη μαθημένη
σε ήπιους μεσογειακούς χειμώνες, μαλακούς γραίγους, ντροπαλά μαϊστράλια και σύντομες τραμουντάνες […]
[…] Κι ενώ όλα τα προηγούμενα χρόνια διαβάζαμε τα προμηνύματα της άνοιξης ένα ένα, τη μυρωδιά των λεμονανθών, τα αραιά φτεροκοπήματα των πελαργών, τις παπαρούνες που έσκαγαν
σαν αμυχές στα παρτέρια, μια μέρα πριν μπει καλά καλά ο Φλεβάρης ξημέρωσε ένας απριλιάτικος ήλιος και σε δυο ώρες έλιωσαν τα χιόνια, έλαμψαν τα καλώδια και τα λούκια,
κυμάτισαν οι κουρτίνες απ’ τα ανοιχτά παράθυρα σαν σημαίες, γυναίκες κι άντρες πρόβαλαν στους δρόμους διστακτικοί και σαστισμένοι, ώσπου ξανανιωμένοι από τις καυτές αχτίνες
κι από τις νεραντζιές που άνθιζαν η μια μετά την άλλη με δροσερούς κρότους, ξέχασαν τις επιφυλάξεις τους και το ’ριξαν στα τρεχαλητά και στα γέλια με τέτοια απερισκεψία,
οπότε δεν άργησαν να εκδηλωθούν τριβές και γκρίνιες, συχνά καβγάδες δυσεπίλυτοι κι ασυνεννοησία, αφού η παρατεταμένη απομόνωση είχε σαν συνέπεια να λησμονήσει ο ένας
τη γλώσσα του άλλου και μόνο εμείς, μαθημένοι στους δρόμους, καταλαβαίναμε όλες τις γλώσσες κι όλες τις διαλέκτους και ενθουσιασμένοι από την αναπάντεχη ζέστη σπεύδαμε σε ρόλους
διερμηνέα ή μεσολαβητή ανάμεσα σε Ευρωπαίους, Ασιάτες κι Αφρικανούς, ανάμεσα σε Ιταλούς, Ισπανούς, Νιγηριανούς, Κινέζους και Σύριους, σε καλοβαλμένους μεσήλικες κι ατίθασους
έφηβους, ευπρεπείς κυρίες και κορίτσια του Λιμανιού, ανάμεσα σε καπεταναίους και εργάτες, τρυφηλούς εισοδηματίες και γεροδεμένους χειρώνακτες, γηγενείς κι εμιγκρέδες,
ελπίζοντας να αβαντάρουμε την άνοιξη, να διασκεδάσουμε την ώρα μας, να παραμένουμε απασχολημένοι μακριά από τη μάντρα του αίματος. Και μόνο ο Λάκυ συνέχιζε να βολτάρει
τα βράδια, βέβαιος πως θα ανταμώσει τον Σεβαστιανό στο Λιμάνι, στο πάρκο ή στον λόφο του Αγίου. Τον βλέπαμε να τριγυρνά ζωηρός και κεφάτος κι ας ήταν κουρελής
και πεινασμένος, να περπατά σφυρίζοντας άγνωστες μελωδίες ή επαναλαμβάνοντας ρυθμικά «κακακατρέ, κακακατρέ», κι άλλες φορές να χώνεται στα καφενεία και να εκνευρίζει
τους μπαρμπάδες με ακατάληπτες διηγήσεις ώσπου τον έστελναν «στα τσακίδια», μα αυτός απτόητος την επόμενη μέρα επέστρεφε. Κανείς μας δεν τον ακολουθούσε μα όλο και κάποιος
τον συναντούσε στη βόλτα του και μας εξιστορούσε έπειτα επεισόδια με πρωταγωνιστή τον σπανό, περιστατικά που τον μεταμόρφωναν σε ήρωα ευτράπελων ιστοριών τις οποίες
απολαμβάναμε λες και δεν αφορούσαν τον φίλο μας (ή ίσως ακριβώς επειδή τον αφορούσαν) […]

Κατηγορία Μυθιστ/μα
Εκδόσεις Καστανιώτη
Έτος έκδοσης 2018
Μήνας έκδοσης Οκτώβριος
Θέμα Μυθιστόρημα
Χρόνος παράδοσης 1-3 εργάσιμες ημέρες
Διαθεσιμότητα Άμεσα διαθέσιμο

Γράψτε μια κριτική