Η ιστοσελίδα μας παρέχει την καλύτερη δυνατή εμπειρία με τη χρήση cookies. Συνεχίζοντας την πλοήγηση στην ιστοσελίδα, συναινείτε στην χρήση cookies από εμάς. ΑΠΟΔΟΧΗ
Μπιλιάρδο στις εννιάμισι Προβολή Μεγαλύτερου

Μπιλιάρδο στις εννιάμισι

Νέο

Αγοράζοντας αυτό το προϊόν μπορείτε να μαζέψετε μέχρι και 16 πόντους επιβράβευσης. Το καλάθι σας θα έχει συνολικά: 16 πόντους που μπορούν να μετασχηματιστούν σε κουπόνι αξίας 0,80 €.


16,20 € με ΦΠΑ

  • 18,00 €
  • - 10%
  • Για αγορές άνω των 25 €
Με αφορμή την ιστορία τριών γενεών της οικογένειας Φαίμελ, αρχιτεκτόνων σε μια πόλη της Ρηνανίας, ο Χάινριχ Μπελ βιογραφεί την ίδια τη Γερμανία.
Το "Μπιλιάρδο στις εννιάμισι", που κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 1959 γνωρίζοντας τεράστια επιτυχία, παρουσιάζει σε μια αριστοτεχνική σύνθεση τη μεγάλη εικόνα της γερμανικής
"πραγματικότητας" κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, με ιδιαίτερη έμφαση στην περίοδο του ναζισμού και στις ύστερες επιβιώσεις του. Οι Φαίμελ, δημιουργοί όσο και καταστροφείς,
αντιπροσωπεύουν με τη διττή τους αυτή υπόσταση μια θεμελιώδη αντίθεση, που ο Μπελ την ερμηνεύει μέσω των συμβολισμών του "αμνού" και του "βούβαλου": τη σύγκρουση
ανάμεσα στο άτομο με την ακηδεμόνευτη και ελεύθερη σκέψη, από τη μια, και τους καιροσκόπους "πολλούς" που ασκούν ή έστω αποδέχονται τη βία, από την άλλη.
Το "Μπιλιάρδο στις εννιάμισι" μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1965, σε σκηνοθεσία Jean-Marie Straub και Daniele Huillet.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Ο Χάινριχ Μπελ γεννήθηκε στην Κολωνία το 1917 και πέθανε στη Βόννη το 1985. Γόνος οικογένειας αστών καθολικών, μεγάλωσε με φιλελεύθερες ιδέες κι έμαθε να μισεί
το ναζισμό. Όμως, το 1938 αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο για να καταταγεί στον στρατό. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υπηρέτησε σε διάφορα μέτωπα,
από τη Γαλλία ως τη Σοβιετική Ένωση, ώσπου τον συνέλαβαν αιχμάλωτο οι Αμερικανοί. Λόγω κρυοπαγημάτων έχασε τα δάχτυλα των ποδιών του με αποτέλεσμα να ταλανίζεται
σε όλη του τη ζωή στα νοσοκομεία.
Το 1945 επέστρεψε στην Κολωνία και σύντομα καθιερώθηκε ως ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της μεταπολεμικής γενιάς και αναγνωρίστηκε ως μια από τις φωνές συνείδησης
και τους οξυδερκέστερους παρατηρητές της γερμανικής κοινωνίας. Πολέμιος του ΝΑΤΟ αλλά και του σοβιετικού καθεστώτος, σοσιαλδημοκράτης και ειρηνιστής,
επέσυρε δριμύτατες επικρίσεις από τους συντηρητικούς κύκλους, οι οποίες δεν κάμφθηκαν ούτε όταν τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, το 1972.
ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Σταυρούλα Παπασπύρου, «Μπιλιάρδο στις εννιάμισι»: Το αριστούργημα του Χάινριχ Μπελ σε νέα μετάφραση, "Lifo", 10.11.2018.
Εύη Μαλλιαρού, Στιβαρή «λογοτεχνία των ερειπίων», "Η Καθημερινή"/ "Τέχνες και Γράμματα", 4.11.2018

Το πρωτοποριακό μυθιστόρημα του Γερμανού νομπελίστα συγγραφέα Χάινριχ Μπελ (1917-1985) «Μπιλιάρδο στις εννιάμισι» κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 1959, πυροδοτώντας
τη μνήμη οδυνηρών ιστορικών γεγονότων που σημάδεψαν τη Γερμανία κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Ο Μπελ πλάθει τις προσωπικότητες των βασικών χαρακτήρων του
που ανήκουν στη γερμανική οικογένεια των καθολικών αντιναζιστών Φέμελ. Ο πατέρας Χάινριχ, ο γιος Ρόμπερτ και ο εγγονός Γιόζεφ, αρχιτέκτονες στο επάγγελμα,
μέσα από τη ροή εσωτερικών μονολόγων τους, προβάλλουν την εναντίωση τριών γενεών μπροστά σε μια υποκριτική συμφιλίωση με το τραυματικό παρελθόν.
Στην έκδοση ανά χείρας, η μετάφραση της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου μεταφέρει τον ποιητικό παλμό του Μπελ, ενώ ο Γιάννης Πάγκαλος στο επίμετρο διερευνά αναλυτικά
το πλαίσιο της λογοτεχνίας των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων: ο ορισμός «λογοτεχνία των ερειπίων» ανακαλεί τις σκληρές εμπειρίες του εθνικοσοσιαλισμού, του πολέμου
και την επήρεια του σοκ που επέφερε η ολοκληρωτική καταστροφή της Γερμανίας. Oμως αυτό που κάνει το «Μπιλιάρδο στις εννιάμισι» να ξεχωρίζει είναι η συγκεκριμένη αισθητική
φράσεων και εικόνων με τις οποίες ο συγγραφέας, εμμέσως ή υπόρρητα, οδηγεί τον αναγνώστη να ερμηνεύσει ελεύθερα το έντονο συγκινησιακά φορτίο των πρωταγωνιστών του.
Η κωδικοποιημένη φράση «μετάληψη του βούβαλου» χαρακτηρίζει τη ναζιστική νεολαία, όπως και τη Βοηθητική Αστυνομία (Hilfpolizei). Τα μέλη τους φαίνεται να δέχονται
μια μυστική, τελετουργική πλύση εγκεφάλου, με αποτέλεσμα να καταλήγουν κελύφη ενός πρώην εαυτού. Ο Oτο, αδελφός του Ρόμπερτ Φέμελ, χάνει (μεταφορικά) το αίμα του
και «δηλητηριάζεται», καθώς το προσφέρει βαμπιρικά στους υπόλοιπους ναζί αδελφούς. Αντιθέτως, η ορθολογιστική κρίση και το ήθος του Ρόμπερτ τον οδηγούν να βοηθήσει
τον κυνηγημένο, αντιφρονούντα Σρέλα, πνευματικό του αδελφό.
Το αβαείο του Αγίου Αντωνίου, ως πολιτισμικό μνημείο και σημείο αναφοράς της οικογένειας Φέμελ, σχεδιάζεται και οικοδομείται το 1908 από τον Χάινριχ Φέμελ. Ο ογδοντάχρονος
πατριάρχης, μόλις 29 ετών τότε, μεθοδικά κινείται ενάντια στο κατεστημένο της παλαιάς κλίκας αρχιτεκτόνων, κερδίζοντας τον διαγωνισμό. Ο γιος του Ρόμπερτ, στα 29 του επίσης,
ως ειδικός ανατινάξεων του ναζιστικού στρατού, πείθει τον μισότρελο στρατηγό Oτο να ανατινάξει το αβαείο του Αγίου Αντωνίου επειδή, δήθεν, βρίσκεται στο «πεδίο πυρός».
Υπάρχει ηθική αναγκαιότητα που οδηγεί τον Ρόμπερτ στην ανατίναξη του αβαείου; Ο γρίφος αφορά το υποκειμενικό συμπέρασμα του κάθε αναγνώστη.
Ο διαλογισμός
Η πράξη του Ρόμπερτ έχει τελεσθεί εν κρυπτώ, το 1945, στο ζενίθ της υποχώρησης και της αναπόφευκτης ήττας των Γερμανών. Παίζοντας μπιλιάρδο εμμονικά μεταξύ εννιάμισι
και έντεκα κάθε μέρα, διυλίζει μέσα από μια ιδιότυπη διαδικασία διαλογισμού το απωθημένο του για τα λάθη των προηγούμενων γενεών που οδήγησαν τη χώρα στον ναζισμό
και τον πόλεμο. Η έγκλειστη σε ίδρυμα μητέρα του, δηλωμένη τρελή, είναι επί της ουσίας ευαίσθητη αλλά και ευφυής. Η εβδομηντάχρονη γυναίκα πρεσβεύει ότι η αλήθεια
είναι εντελώς υπερβολική και δύσκολα μπορεί να γίνει αποδεκτή.
Στο μυθιστόρημα διαφαίνεται ότι η πνοή ελπίδας και προόδου θα έρθει από τον μαθητευόμενο αρχιτέκτονα Γιόζεφ, γιο του Ρόμπερτ, που το 1958, πενήντα χρόνια μετά το έργο
του παππού, συμμετέχει στην εκ νέου ανοικοδόμηση του αβαείου. Συγκλονίζει η περιγραφή της στιγμής που ο νέος ανακαλύπτει, με τον πιο παράδοξο τρόπο, την πράξη του πατέρα του.
Οι «εξισώσεις ανατίναξης» του Ρόμπερτ είχαν απομείνει ακέραιες πάνω στα υπολείμματα της τοιχογραφίας του Μυστικού Δείπνου στο αβαείο.
Το 1946 ο Σαλβαντόρ Νταλί δημιουργεί τον πίνακα με τίτλο «Οι πειρασμοί του Αγίου Αντωνίου». Κόντρα στα τρομαχτικά στρεβλά κτήνη, γυμνός και γονατιστός στην αχανή έρημο
ο Άγιος Αντώνιος, υψώνοντας τον σταυρό στους «πειρασμούς», καταφέρνει να διαφυλάξει την ψυχική και πνευματική του ακεραιότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι στις πλάτες τους
τα κτήνη φέρουν κτίσματα, διάφορων αρχιτεκτονικών ρυθμών και σχεδίων, περικλείοντας γυμνά θέλγητρα γυναικών. Ο πειρασμός-πολιτισμός αντικατοπτρίζεται εδώ στα λόγια
της μητέρας του Ρόμπερτ, ως έκφραση του γυναικείου, δυναμικού στοιχείου που τόσο πολύ θαυμάζει ο Μπελ: «Σκόνη, σκόνη πακτωμένη, πηγμένη, σκόνη που μεταμορφώνεται
σε κτίσμα, οπτική απάτη, μια φάτα μοργκάνα, που η μοίρα της είναι να γίνει ερείπια».
Ευγενία Μπογιάνου, Ένα αντιφασιστικό αριστούργημα, "Η Αυγή", 24.10.2018
Κώστας Αθανασίου, Μνήμη και λήθη, ενοχή και κάθαρση, "Η Εποχή", 21.10.2018
Αναστάσης Βιστωνίτης, Το αίσθημα ενοχής της μεταπολεμικής Γερμανίας, "Το Βήμα"/ "Βιβλία", 7.10.2018
Οι σημαντικοί συγγραφείς δεν έχουν ημερομηνία λήξεως. Και σ’ αυτούς ανήκει ασφαλώς ένας από τους σπουδαιότερους μεταπολεμικούς πεζογράφους της Ευρώπης,
ο Χάινριχ Μπελ, που τρία μυθιστορήματά του, οι Απόψεις ενός κλόουν, το Ομαδικό πορτρέτο με μια κυρία και το Μπιλιάρδο στις εννιάμισι ανήκουν στα σύγχρονα κλασικά
μυθιστορήματα που συναρπάζουν τον αναγνώστη κι ενθουσιάζουν τους κριτικούς.
Κανείς εκτός από τον Μπελ και τον Γκίντερ Γκρας δεν ανέδειξε με την ίδια ένταση την αφασία και το μεταπολεμικό αίσθημα ενοχής της γερμανικής κοινωνίας για την αθλιότητα
και τη φρίκη του ναζιστικού καθεστώτος και των εγκλημάτων του. Οσο κι αν ακούγεται υπερβολικό, το έργο αυτών των συγγραφέων – και κατ’ εξοχήν του Μπελ κατά τη γνώμη μου –
συνέβαλε αποφασιστικά στον εκδημοκρατισμό μιας χώρας που η μεγάλη πλειονότητα των κατοίκων της λάτρεψε, καθώς έλεγε ο Γ.Χ. Οντεν, έναν «ψυχοπαθή Θεό»: τον Χίτλερ.
(Παρεμπιπτόντως, οι λέξεις Χίτλερ και ναζί δεν αναφέρονται πουθενά στο μυθιστόρημα.) Το Μπιλιάρδο στις εννιάμισι, που πρωτοκυκλοφόρησε το 1959, γνώρισε τεράστια επιτυχία,
και τα εβδομήντα σχεδόν χρόνια που πέρασαν έκτοτε δεν του αφαίρεσαν τίποτε από τη γοητεία του. Χωρίς να κάνουμε αφελείς συγκρίσεις, θα μπορούσαμε να πούμε ότι με το βιβλίο αυτό
η γερμανική πεζογραφία προχωρούσε ένα βήμα πιο πέρα από εκεί που την είχε αφήσει ο Τόμας Μαν με ένα συγγενές, τρόπον τινά, μυθιστόρημά του, το Μπούντενμπροκς: η παρακμή
μιας οικογένειας (1901).
Τρεις εποχές, «τρεις Γερμανίες»
Βρισκόμαστε στις 6 Σεπτεμβρίου 1958 και η όλη αφήγηση εκτυλίσσεται μέσα σ’ αυτή τη μέρα, αλλά η υπόθεση του βιβλίου καλύπτει πάνω από πενήντα χρόνια: από τις αρχές του 20ού
αιώνα ως τα πρώτα χρόνια του Μεταπολέμου. Κατά συνέπεια έχουμε και τρεις εποχές ή τρεις «Γερμανίες»: του Κάιζερ, του Χίτλερ και της μεταπολεμικής (δημοκρατικής) εποχής.
Τρεις γενιές μιας οικογένειας αντίστοιχα, των Φέμελ, συγκεντρώνονται έξω από την Κολονία για να γιορτάσουν τα 80χρονα του Χάινριχ Φέμελ, αρχιτέκτονα, που τόσο ο γιος του Ρόμπερτ
όσο και ο εγγονός του Γιόζεφ είναι επίσης αρχιτέκτονες.
Ο Χάινριχ είχε κάνει το 1907 τα σχέδια για το Αβαείο του Αγίου Αντωνίου. Ο γιος του Ρόμπερτ ήταν αντιναζιστής, όπως και ο στενός του φίλος Σρέλα. Ο Ρόμπερτ νυμφεύθηκε την αδελφή
τού Σρέλα, όμως και οι δύο φίλοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη χώρα και να καταφύγουν στην Ολλανδία. Ο Ρόμπερτ κατάφερε να επιστρέψει, αλλά τότε η γυναίκα του πέθανε,
η μητέρα του κατέληξε στο φρενοκομείο και εκείνος επιστρατεύθηκε. Τις τελευταίες μέρες του πολέμου έλαβε την εντολή να κατεδαφίσει, ως ειδικός, το αβαείο που είχε σχεδιάσει
ο πατέρας του, προκειμένου να μην πέσει στα χέρια των Σοβιετικών που προήλαυναν, πράγμα το οποίο κι έκανε, όχι τόσο επειδή είχε πάρει τέτοια διαταγή όσο από πεποίθηση,
διότι πίστευε πως οι μοναχοί υπήρξαν συνεργάτες των χιτλερικών.
Στη μεταπολεμική εποχή ο Ρόμπερτ αποφασίζει να τα αφήσει όλα τούτα πίσω του. Κάθε μέρα, από τις εννιάμισι ως τις 11, πηγαίνει και παίζει μπιλιάρδο σ’ ένα κοντινό ξενοδοχείο.
Η γραμματέας του έχει εντολή αυτό να μην το λέει σε κανέναν, εκτός από τα στενά μέλη της οικογένειάς του. Κάποια στιγμή όμως εμφανίζεται, σαν φάντασμα από το παρελθόν,
ένας παλαιός ναζιστής ονόματι Νέτινγκερ που ζητάει να δει τον Ρόμπερτ για κάτι πολύ σοβαρό και η γραμματέας παραβιάζοντας την αυστηρή εντολή του προϊσταμένου της του λέει
πού θα τον βρει. Αυτή είναι η αφορμή να εκτυλιχθεί η ιστορία του παρελθόντος και τα περιστατικά που όρισαν τη ζωή της οικογένειας Φέμελ. Η αφήγηση κινείται όπως περίπου
και οι μπάλες του μπιλιάρδου και ο καθένας από τους πρωταγωνιστές τη λέει από τη δική του πλευρά χωρίς αυτό ούτε στιγμή να διασπά την ενότητα και τη συνοχή της αφήγησης.
Τρεις γενιές, τρεις κόσμοι
Οι τρεις αρχιτέκτονες της οικογένειας Φέμελ στο συμβολικό πεδίο αντιπροσωπεύουν τρεις γενιές που τα ιδεώδη της καθεμιάς καταρρακώνονται από την επόμενη. Στο συμβολικό πεδίο
αυτό σηματοδοτούν το χτίσιμο και η καταστροφή του αβαείου. Για τούτο και δεν είναι συμπτωματικό που το Μπιλιάρδο στις εννιάμισι θεωρείται από τα αντιπροσωπευτικότερα έργα εκείνου
που ονομάστηκε μια εποχή λογοτεχνία των ερειπίων.
Ο εγγονός του Φέμελ αποφασίζει τελικά να μην ξαναχτίσει το αβαείο, που σημαίνει πως με την απόφασή του εκείνος τουλάχιστον αποκόπτεται οριστικά από το παρελθόν.
Όχι γιατί το παρελθόν θα πρέπει να ξεχαστεί αλλά γιατί δεν θα πρέπει να ορίζει το μέλλον και τη ζωή των ανθρώπων. Αντιμετωπίζοντάς το κανείς είναι ευκολότερο να μην επαναλάβει
τα ολέθρια σφάλματα μιας ανάξιας εποχής, στα δίχτυα της οποίας είχαν παγιδευθεί αθώοι κι ένοχοι.
Τρεις γενιές, τρεις κόσμοι, αλλά ενταγμένοι σε έναν. Στο τέλος, παππούς, γιος κι εγγονός μοιράζονται το κέικ για τα ογδοντάχρονα του Χάινριχ Φέμελ. Η ζωή είναι μία και η συμφιλίωση
ανήκει στα σημαντικότερα νοήματά της.
Το τέλος δεν πρέπει να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η μεταπολεμική Γερμανία είναι χώρα που έχει απαλλαγεί από τα βαριά της αμαρτήματα. Οσο κι αν το στοιχείο της εξομολόγησης
εμπεριέχεται σε αρκετά σημεία της αφήγησης – και για έναν συγγραφέα σαν τον Μπελ έχει κοινωνική και πολιτική σημασία -, δεν είναι η ομολογία που οδηγεί στην ακύρωση
των συλλογικών αμαρτιών, που έχουν ασφαλώς προσωπικό κόστος, αλλά η καθαρή ματιά στα όσα συνέβησαν – και που για κανέναν λόγο δεν θα πρέπει να επαναληφθούν.
Η ανάκλησή τους οδηγεί στην αυτογνωσία. Κλείνοντας το βιβλίο ο αναγνώστης διαπιστώνει πως οι πρωταγωνιστές του δεν είναι μεν σοφότεροι, είναι όμως διαφορετικοί.
Και ασφαλώς καλύτεροι από εκείνο που υπήρξαν. Ωστόσο αυτό το πέρασμα σε μιαν άλλη εποχή αφήνει μια πικρή γεύση. Ολα όσα γνώρισαν οι κεντρικοί χαρακτήρες του Μπελ
θα ήταν καλύτερο να μην είχαν συμβεί. Και για εκείνους και για εμάς.
Γράφοντας για τη Γερμανία που υπήρξε ο Χάινριχ Μπελ υποδεικνύει και την άλλη Γερμανία: την ηττημένη, όχι μόνο στο μέτωπο των μαχών αλλά και στο εσωτερικό: της κοινωνίας.
Και τούτο έχει τεράστια σημασία και σήμερα: τόσο για τους Γερμανούς όσο και για τον υπόλοιπο κόσμο.
Κατηγορία Μυθιστ/μα
Λογοτεχνικά Βραβεία Νόμπελ Λογοτεχνίας
Εκδόσεις Πόλις
Έτος έκδοσης 2018
Μήνας έκδοσης Οκτώβριος
Χώρα προέλευσης Γερμανία
Χρόνος παράδοσης 1-3 εργάσιμες ημέρες
Διαθεσιμότητα Άμεσα διαθέσιμο

Γράψτε μια κριτική