Η ιστοσελίδα μας παρέχει την καλύτερη δυνατή εμπειρία με τη χρήση cookies. Συνεχίζοντας την πλοήγηση στην ιστοσελίδα, συναινείτε στην χρήση cookies από εμάς. ΑΠΟΔΟΧΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ & ΒΙΒΛΙΑ 

Δεν υπάρχουν προϊόντα σε αυτή την κατηγορία.

Υποκατηγορίες

  • UILLARD ERIC

    Στο βιβλίο «14η Ιουλίου» ο συγγραφέας Ερίκ Βιγιάρ ανατέμνει τα ιστορικά γεγονότα της Γαλλικής Επανάστασης.

    Το πρωί της 14ης Ιουλίου 1789 ο λαός πολιορκεί τη Βαστίλλη, το φρούριο στην ανατολική πλευρά του Παρισιού, που χρησίμευε ως φυλακή των αντιφρονούντων του παλαιού καθεστώτος. Μια ιστορική μέρα ξημέρωνε για τη Γαλλία αλλά και για ολόκληρη την Ευρώπη, καθώς έμπαιναν τα θεμέλια της Γαλλικής Επανάστασης. Και ο εξαίρετος Ερίκ Βιγιάρ εξυψώνει, μέσα από τις σελίδες του νέου του βιβλίου, τους απόλυτους πρωταγωνιστές εκείνης της ημέρας: το ανώνυμο, παθιασμένο για ελευθερία και ισότητα, πλήθος.


    «[…]η πόλη ενσαρκώνει τον τρόπο που ο άνθρωπος ανακάλυψε για να ξεφύγει από το σχέδιο του Θεού»

    «14η Ιουλίου»: μια ελεγεία για τους πραγματικούς ήρωες της επανάστασης, τους ανθρώπους που κοίταξαν τον θάνατο στα μάτια και αποφάσισαν χωρίς δισταγμό να αναμετρηθούν μαζί του, με την ισχνή ελπίδα ενός δικαιότερου μέλλοντος. Η εξαίρετη μετάφραση του Μανώλη Πίμπλη δίνει πνοή στην ανατρεπτική γραφή του συγγραφέα, που ανατέμνει τα ιστορικά γεγονότα επιζητώντας διακαώς να φέρει στην επιφάνεια όσα δεν αναφέρονται στα σχολικά εγχειρίδια και στα ιστορικά συγγράμματα: τις ηρωικές πράξεις απλών ανθρώπων που έδωσαν το έναυσμα για να φουντώσει η σπίθα της επανάστασης και να επέλθει ένα βροντερό χτύπημα κατά της τυραννίας και της μοναρχίας.

    «Η λαϊκή βούληση έχει μόλις κάνει την είσοδό της στην Ιστορία». Κάθε λέξη, κάθε φράση, κάθε πρόταση, αποτελεί έναν φόρο τιμής στο πλήθος εκείνο που προκάλεσε αλυσιδωτές αναταράξεις στους κόλπους της γαλλικής αριστοκρατίας, έβαλε φωτιά στην κοινωνική διαστρωμάτωση, αποκάλυψε τη δύναμη της μάζας και διαμόρφωσε τις εξελίξεις σε βάθος χρόνου. Μέσα από τη στιβαρή και την ίδια στιγμή καυστική και λυρική αφήγηση του Βιγιάρ, αποκαλύπτονται οι μικρές εκείνες ιστορίες που χάνονται στη λήθη μπροστά στα ανδραγαθήματα των ηγετικών προσωπικοτήτων που καταγράφονται στις εγκυκλοπαίδειες με χρυσά γράμματα, και αναδεικνύονται η τόλμη και η συγκινητική αυταπάρνηση όσων ρίχτηκαν στον αγώνα, χωρίς ανταλλάγματα και μελλοντικές πιστώσεις.

    «Το να μην κοιμάσαι σημαίνει να ζεις μέσα στον θάνατο. Η νύχτα μας τραβάει, ακίνητους, προς το σημείο που θα αφεθούμε. Η μέρα είναι σύγχυση και η νύχτα ανελέητη. Κρύβει μέσα της ένα καθρέφτη στον οποίο φανταζόμαστε την εικόνα μας χωρίς να τη βλέπουμε, και στην αργή ροή του χρόνου τις σιωπηλές τούτες ώρες διακρίνουμε κάποτε ένα σπινθήρισμα· μια αδύναμη σπίθα κάποια στιγμή σού αυλακώνει το πρόσωπο και τότε, σ’ αυτό το πολύ σύντομο φλόγισμα του προσώπου, ένα σημάδια απευθύνεται στον καθένα μας και όλα φωτίζονται».

    Η γραφή του Βιγιάρ κινείται με χάρη και αποφασιστικότητα στις γειτονιές του Παρισιού, σαν κινηματογραφική κάμερα, εστιάζοντας στα πρόσωπα των ανθρώπων του μόχθου, της ανέχειας, της εξαθλίωσης. Χωρίς μελοδραματισμούς, συστήνει στον αναγνώστη τον Αντάμ, τον Ομασίπ, τον Μπεσάν, τον Μπερσέν, τον Μπερτελιέ, τον Μπιζό, τον Σαρόν, τον Μπραβό, τον Ντελάρτ. Κλειδαράδες, τσαγκάρηδες, θυρωροί, οδοτηρητές, πυροσβέστες, δάσκαλοι μουσικής, ταπιτσιέρηδες, ξυλουργοί, σιδεράδες, χτίστες, καφετζήδες, προβάλλουν ξαφνικά και με μπαστούνια, τσεκούρια, ανοιχτήρια, μάχονται με σθένος ενάντια στην εξουσία, στον δυνάστη, στον άκρατο πλουτισμό. Οι περιγραφές, γλαφυρές, δημιουργούν την αίσθηση πως όλα συμβαίνουν τώρα: μπορεί κανείς να ακούσει τις φωνές τους, να νιώσει την έκστασή τους, να αισθανθεί την ένταση που διαπερνά το σώμα και την ψυχή τους. Κανείς δεν τους γνωρίζει αλλά χωρίς αυτούς δεν θα υπήρχε αυτή η επανάσταση. Τέλη, δασμοί, χαράτσια, ιδρώτας, κερί στέκονται αντιμέτωπα με τα αρώματα, τους καπνούς πολυελαίων, τα αστεία αξεσουάρ, και το κυνήγι ως μέσο διασκέδασης. Λεπτό προς λεπτό, τα γεγονότα παίρνουν σάρκα και οστά και ένας ανθρώπινος κατακλυσμός παρασέρνει τη λογική.

    «Η ζωή είναι πολύ παράξενη, συχνά σου δίνει ώθηση μ’ αυτό που σου έχει στερήσει».

    Ένα βιβλίο που μιλάει τη γλώσσα του λαού, δονείται από την ένταση των στιγμών που καθόρισαν την πορεία της ιστορίας και σκιαγραφεί με αδρές γραμμές τους ανθρώπους που αποτέλεσαν τον πυρήνα της επανάστασης, που παρακίνησαν με το απύθμενο θάρρος τους όσους δείλιασαν, φοβήθηκαν, δίστασαν, και που καταφέρνουν να μιλήσουν δυνατά και στο σήμερα…

    Ερίκ Βιγιάρ: Πρέπει να γράφουμε γι’ αυτά που αγνοούμε - Συνέντευξη στη Μαρίνα Αγγελάκη / 22.05.2019 / documentonews.gr

    Γεννηθήκατε στη Γαλλία το Σάββατο 4 του Μάη του ’68. Πρόκειται για ενδιαφέρουσα σύμπτωση.

    Σίγουρα το ότι η ημερομηνία της γέννησής μου συνδέεται με ένα σημαντικό ιστορικό γεγονός κάνει κάποιον να βλέπει τη σύμπτωση συμπαθητικά. Ομως οι ημερομηνίες των μεγάλων ιστορικών γεγονότων, οι οποίες σχετίζονται με τη δημοκρατία, ανήκουν σε όλους μας. Είναι ημερομηνίες γέννησης όλων μας. Για παράδειγμα, αν δεν είχα γεννηθεί τον Μάη του ’68, με ανέκρινε η αστυνομία και μου ζητούσε την ημερομηνία της γέννησής μου, θα μπορούσα να απαντήσω «14 Ιουλίου 1789» όπως ακριβώς θα απαντούσα «4 Μαΐου 1968».

    Σπουδάσατε φιλοσοφία με τον Ζακ Ντεριντά. Τι έχετε κρατήσει περισσότερο από εκείνον;

    Μια ανάμνηση που κρατώ ήταν η αντίδρασή του σε ένα ραντεβού που είχα μαζί του για τη διπλωματική μου εργασία. Είχα καθυστερήσει να την καταθέσω και είχε περάσει η ημερομηνία. Οταν μπήκα στο γραφείο του και του είπα «λυπάμαι που άργησα αλλά δεν ήμουν έτοιμος να δώσω την εργασία μου», ο Ντεριντά αυθόρμητα μου απάντησε: «Και εγώ έχω καθυστερήσει για όλα!». ΉΗταν μια αντίδραση χωρίς ίχνος μανδαρινισμού, πολύ ευγενική. Ήταν μια συμπεριφορά ίσου προς ίσο. Το θυμάμαι πάντα.

    Πώς είναι για κάποιον που δεν είναι ιστορικός να γράφει για ένα τόσο κορυφαίο γεγονός στην Ιστορία; Νιώσατε ότι έπρεπε να είστε προσεκτικός;

    Η 14η Ιουλίου δεν είναι μια ημερομηνία που ανήκει μόνο στους ιστορικούς. Η επιστήμη δεν έχει το μονοπώλιο σε τίποτε, πόσο μάλλον στην εθνική γιορτή της Γαλλίας την οποία μάλιστα επέβαλε ο λαός και με αυτή την έννοια μπορούμε να πούμε ότι η 14η Ιουλίου ανήκει σε όλους και σε κανέναν. Όταν κάποιος γράφει γι’ αυτή την ημέρα και βασίζεται στη συλλογική μνήμη μπορεί να είναι ταυτόχρονα ανησυχητικό και καθησυχαστικό. Το πιο ενδιαφέρον και πιο δύσκολο ήταν πώς να γράψει κάποιος μια ιστορία που αφορά το συλλογικό υποκείμενο. Και επειδή μιλάμε για μια ημερομηνία πρέπει να πω ότι όταν ένας ερευνητής εστιάζει σε μια συγκεκριμένη ημερομηνία μπορεί πολύ γρήγορα να γίνει ειδικός. Δεν υπάρχουν ιστορικοί που να έχουν ασχοληθεί ειδικά με τη 14η Ιουλίου. Έψαξα τα πάντα, όλα τα αρχεία που σχετίζονται με τη 14η Ιουλίου. Δεν υπάρχει κάτι που δεν ξέρω, οπότε δεν υπάρχει κάτι που να με φοβίζει. Μελέτησα πολύ τους πρωταγωνιστές εκείνης της ημέρας, τους ξέρω με τα ονόματά τους, γνωρίζω τι έκαναν, την οικογενειακή τους κατάσταση. Σαν να τους γνώρισα προσωπικά· νιώθω μια οικειότητα μαζί τους.

    Αρκεστήκατε μόνο στα αρχεία;

    Συνθέτω την αναπαράσταση μιας σκηνής στο αφήγημά μου όχι ακολουθώντας απλώς τα αρχεία αλλά λαμβάνοντας υπόψη μου στοιχεία που παίρνω από τη σύσταση και τη μορφή των αρχείων. Ακόμη και από τον γραφικό χαρακτήρα του συντάκτη τους. Όταν μελετώ ένα αρχείο προσπαθώ μέχρι το τέλος να μην απωθήσω την πρώτη αίσθησή μου όταν το πρωτοείδα. Αυτή με καθοδηγεί. Συχνά η πρώτη εντύπωση είναι κάτι που μας ξεσηκώνει σχετικά με το υλικό. Όπως σε ένα όνειρο που όλα πάνε καλά και ξαφνικά ο διάδρομος στενεύει. Το ίδιο αποτέλεσμα παράγει η πρώτη εντύπωση. Σαν κάτι που πετάγεται μπροστά μας και μας κάνει να διερωτηθούμε.

    Όχι μόνο τι αλλά πώς διαβάζει κάποιος ένα αρχείο;

    Ναι, γιατί όλα μετράνε. Μια λεπτομέρεια που τραβάει την προσοχή μας –και η κάθε λεπτομέρεια μπορεί να έχει σημασία– μας κινητοποιεί στη διαδικασία της γνώσης. Η γνώση δεν είναι κάτι που διαμορφώθηκε εύκολα και απλά, είναι ο καρπός μιας πορείας, ενός μεγάλου ταξιδιού που κάνεις αν θέλεις να προσεγγίσεις την ουσία των πραγμάτων. Και η πορεία αυτή μοιάζει πραγματικά με έρευνα. Αυτός ο τρόπος είναι μια τάση που υπάρχει σήμερα: τόσο οι λογοτέχνες να γίνονται και ιστορικοί όσο και οι ιστορικοί να γίνονται και λογοτέχνες. Η επιστήμη –όπως και η λογοτεχνία– έχει τη δομή της μυθοπλασίας.

    Δώστε μας ένα παράδειγμα λεπτομέρειας που επηρέασε το συγκεκριμένο αφήγημά σας.

    Το όνομα του νεκρού Φρανσουά Ρουσό, ενός από τους χαρακτήρες του βιβλίου, στον οποίο αναφερόταν κάποιο έγγραφο. Ο Φρανσουά Ρουσό έχει το ίδιο όνομα με τον αδερφό τού Ζαν-Ζακ Ρουσό και η δουλειά του ήταν φανοκόρος. Από μόνο του αυτό το γεγονός –ένας άνθρωπος λέγεται Ρουσό και κάνει αυτήν τη δουλειά– είναι ποιητικό. Έχει το όνομα του μεγαλύτερου φιλοσόφου του Διαφωτισμού και ανάβει τους φανοστάτες στον δρόμο. Και δεν είναι μόνο το όνομα ενός μεγάλου φιλοσόφου, είναι ένα κοινό όνομα το οποίο πρώτη φορά μπαίνει στο πάνθεον της φιλοσοφίας με τον Ζαν-Ζακ Ρουσό. Έχω γνωρίσει πολλούς Ρουσό –δεν έχω γνωρίσει κανέναν με το όνομα Ντεκάρτ–, πολλοί Γάλλοι έχουν αυτό το όνομα. Αυτό που με έβαλε σε σκέψεις δεν ήταν το ίδιο το όνομα αλλά το ότι είναι κοινό όνομα. Τελικά, μέσα από το όνομα του φιλoσόφου του Διαφωτισμού που ενσαρκώνει τη δημοκρατία αυτό που ακούμε είναι ο λαός. Αυτό μου τράβηξε την προσοχή σε αυτό το αρχείο.

    Στη συνέχεια στα αρχεία της 14ης Ιουλίου βρήκα περίπου 1.000 ονόματα, λαϊκά ονόματα. Και έχει μεγάλη λογοτεχνική γοητεία το γεγονός πως για πρώτη φορά στην Ιστορία μαθαίνουμε ότι οι πρωταγωνιστές αυτής της ημέρας είχαν κοινά ονόματα. Δεν είναι Τουρέν ή Μέγας Αλέξανδρος αλλά απλοί άνθρωποι. Θυμάμαι όταν πήγαινα σχολείο –δεν ξέρω αν το κάνουν και στην Ελλάδα–το πρωί μόλις μπαίναμε στην τάξη φώναζαν τα ονόματά μας αλφαβητικά. Η αλφαβητική σειρά είναι και η πιο δημοκρατική ακολουθία, δεν ξεχωρίζει τους ισχυρούς από τους ανίσχυρους, τους καλούς από τους κακούς. Αυτήν τη μουσική της κατονομασίας των ονομάτων με αλφαβητική σειρά ακούω και στη λίστα των νικητών στη Βαστίλη, αυτό τον λυρισμό της κατονομασίας των κοινών ονομάτων. Και αυτό που με τράβηξε αρχικά στο όνομα του Φρανσουά Ρουσό ήταν η αναφορά μου σε αυτήν τη συνηθισμένη και κοινή μουσική που άκουγα πάντα.

    Ποια ήταν η αντίδραση στη Γαλλία όταν το βιβλίο κυκλοφόρησε πριν από τρία χρόνια;

    Ήταν πολύ καλές οι αντιδράσεις. Οι κριτικοί μίλησαν για δημιουργία ενός νέου είδους. Δεν θα έλεγα όμως ότι δημιούργησα ένα νέο είδος ή κάτι ξεχωριστό. Αντίθετα, νομίζω ότι τα βιβλία μου ανήκουν σε ένα πλειοψηφικό είδος γραφής: το βασικό χαρακτηριστικό τους είναι ότι βρίσκονται πιο κοντά στην πραγματικότητα παρά στη μυθοπλασία – εδώ και 200 χρόνια υπάρχει αυτή η έγνοια, δηλαδή η αναζήτηση της πραγματικότητας στη λογοτεχνία. Νομίζω ότι αυτοί που νομίζουν ότι η λογοτεχνία είναι μόνο κάτι μυθοπλαστικό έχουν εντελώς λάθος αντίληψη. Αν παρουσιάζουμε τη λογοτεχνία μόνο από τη μεριά της μυθοπλασίας, μειώνουμε τη σημασία της. Ο Μπαλζάκ στον πρόλογό του στην «Ανθρώπινη κωμωδία» λέει ότι θα μιλήσει για την πραγματικότητα της ανθρώπινης κατάστασης. Ο αναγνώστης διαβάζει για τα ήθη που σκιαγραφούν την κοινωνία του 19ου αιώνα.

    Γράφετε για μια συγκεκριμένη μερίδα κοινού;

    Aν γράφουμε, γράφουμε για όλους. Η λογοτεχνία σχετίζεται με τη δημοκρατία. Και η βάση της δημοκρατίας, που είναι η ισότητα και η ελευθερία, περιλαμβάνει όλους, παγκόσμια και οικουμενικά. Όταν κάποιος γράφει μόνο για μερικούς, αυτό που κάνει δεν είναι λογοτεχνία, είναι κάτι άλλο. Δεν είναι συγγραφέας, είναι άνθρωπος των γραμμάτων και αυτός είναι ένας όρος του παλιού καθεστώτος. Και φυσικά υπάρχουν σημαντικοί άνθρωποι των γραμμάτων. Όπως ο Ρακίνας, ένας από τους μεγάλους θεατρικούς συγγραφείς στη Γαλλία του 17ου αιώνα, ο οποίος έγραφε για τους βασιλείς και τους αριστοκράτες. Χαρακτηρίζω τα δικά μου βιβλία αφηγήματα, για να τονίσω αυτό το βασικό χαρακτηριστικό στοιχείο της λογοτεχνίας που είναι το να μιλά κάποιος για την πραγματικότητα. Και επιμένω ότι πρέπει να μιλάμε, πρέπει να γράφουμε γι’ αυτά που αγνοούμε. Γιατί κατά βάθος αγνοούμε τι συνέβη στις 14 Ιουλίου στη Βαστίλη.

  • FEDERICO AXAT

    Ο Federico Axat, ο Αργεντίνος μηχανικός που ξέρει να κατασκευάζει, όπως κανένας άλλος, θρίλερ που παίζουν με το μυαλό του πρωταγωνιστή και του αναγνώστη, επιστρέφει με την Αμνησία

    Ποιος είναι όμως ο Federico Axat; Μια μικρή συζήτηση μαζί του θα σας βάλει για λίγο στον κόσμο του.

    – Όταν ήσασταν μικρός τι θέλατε να κάνετε στη ζωή σας όταν μεγαλώσετε;

    Όταν ήμουν μικρός έλεγα, ότι θα γίνω πολιτικός μηχανικός, επειδή αυτό ήταν και το επάγγελμα του πατέρα μου· το επαναλάμβανα λοιπόν χωρίς να ξέρω ακριβώς τον λόγο. Μεγαλώνοντας ανακάλυψα ότι μου άρεσαν οι θετικές επιστήμες και είχα έφεση σε αυτές, οπότε πήγα παραπέρα αυτή την παιδική επιθυμία. Πήρα το πτυχίο του πολιτικού μηχανικού όταν ήμουν πολύ μικρός και ποτέ δεν έκατσα να σκεφτώ ιδιαίτερα αν ήταν όντως το όνειρο της ζωής μου. Στην πραγματικότητα με έχει βοηθήσει να κερδίζω τα προς το ζην κι έτσι να ακολουθήσω το όνειρο της συγγραφής, άρα δεν παραπονιέμαι.

    – Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με το γράψιμο;

    Ήταν μία από αυτές τις πολύ παράξενες στιγμές. Στην εφηβεία μου απέκτησα τη συνήθεια της ανάγνωσης κι ένα απόγευμα, εκεί που διάβαζα στο γραφείο μου το Αυτό του Stephen King, κλείνοντας το βιβλίο, είδα μπροστά μου μια παλιά γραφομηχανή. Χωρίς να έχω την παραμικρή ιδέα τι να γράψω, ξεκίνησα μια ιστορία. Η παρόρμηση ήρθε τόσο φυσικά, σχεδόν ενστικτωδώς. Θυμάμαι ότι είχα σκεφτεί: «Αυτό πρέπει να το κάνω».

    – Περιμένατε ότι το βιβλίο Τελευταία έξοδος θα είχε τόση μεγάλη επιτυχία;

    Καταλαβαίνω τη φύση της ερώτησης και η απάντηση είναι όχι, δεν το περίμενα. Ωστόσο, δεν μου αρέσει να μετράω ή να αξιολογώ τα βιβλία σε συνάρτηση με την εμπορική τους επιτυχία. Το Τελευταία έξοδος είναι ένα βιβλίο που το αγαπώ πολύ και προσπαθώ να βρίσκω τον ίδιο ενθουσιασμό στο κείμενο κάθε φορά που καταπιάνομαι με μια καινούργια δουλειά. Από τη στιγμή που τα βιβλία μου πουλιούνται, γνωρίζω πως αποτελώ μέρος της αγοράς, με τους κανόνες, τις αδικίες και τις χαρές της, ωστόσο μου αρέσει να ξεχωρίζω τα πράγματα και για μένα η λογοτεχνία είναι κάτι πολύ προσωπικό, μοναχικό, πηγή μεγάλης ευτυχίας και υπερηφάνειας. Συνήθως, όταν σκέφτομαι τα βιβλία μου, μου αρέσει να βλέπω αυτό το τελευταίο κομμάτι, αυτό που προηγείται της έκδοσης.

    – Ποιοι συγγραφείς έχουν επηρεάσει το δημιουργικό στιλ σας;

    Περισσότερο από όλους ο Stephen King και το έχει κάνει με τέτοιο τρόπο που θα ήταν άδικο να αναφέρω κάποιον ακόμα. Ωστόσο επιδιώκω να μαθαίνω απ’ όλους, ξέρω ότι αυτό ακούγεται κλισέ, όμως στ’ αλήθεια είναι κάτι που προσπαθώ να κάνω, κυρίως τελευταία. Όταν διαβάζω ένα βιβλίο, επιχειρώ να ανιχνεύσω τα δυνατά σημεία του συγγραφέα, εάν υπάρχουν, και να δω πώς το πέτυχε. Εάν για παράδειγμα κάποιος είναι καλός στους διαλόγους, προσπαθώ να καταλάβω πώς τα κατάφερε. Φαίνεται ανόητο, όμως μερικές φορές είναι πολύ δύσκολο να προσδιορίσουμε γιατί κάτι είναι καλό ή κακό και θεωρώ ότι μια τέτοιου είδους αποκωδικοποίηση έχει μεγάλη σημασία για τον συγγραφέα. Το να το εφαρμόσεις στη δική σου δουλειά είναι αδύνατο, οπότε δεν μένει άλλη λύση παρά να μάθεις από τους υπόλοιπους.

    – Ποιο ήταν το αγαπημένο σας βιβλίο ως παιδί;

    Η μυστηριώδης νήσος του Ιουλίου Βερν. Ήταν το πρώτο βιβλίο που μου έδειξε τη μαγεία της λογοτεχνίας, που με μετέφερε σε άλλους τόπους.

    – Ποιο ήταν αυτό το βιβλίο που σας άλλαξε τη ζωή;

    Το Αυτό του Στίβεν Κινγκ. Το βιβλίο αυτό μου έδειξε μία κλίση που, εκτιμώ, θα είχα ανακαλύψει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αργά ή γρήγορα, γιατί δεν έχω νιώσει ποτέ τόσο έντονα μια εσωτερική φωνή να μου υπαγορεύει πως κάνω το σωστό. Όταν γράφω, όταν σκέφτομαι ένα βιβλίο, νιώθω ότι βρίσκομαι εκεί ακριβώς που πρέπει κάνοντας αυτό που πρέπει. Δεν υπάρχει κάτι άλλο στον κόσμο που να πλησιάζει σε αυτό.

    – Αν μπορούσατε να συναντήσετε έναν συγγραφέα που έχετε είδωλο, ποιος θα ήταν αυτός και γιατί;

    Έχω συναντήσει αρκετούς συναδέλφους, μερικούς από τους οποίους εκτιμώ πολύ, συμπεριλαμβανομένου και του Στίβεν Κινγκ, με τον οποίο είχα την ευκαιρία να συναντηθώ μια δυο φορές και να μου υπογράψει βιβλία του. Γενικά δεν μου αρέσει οι συγγραφείς που θαυμάζω να παίρνουν σάρκα και οστά, είμαι λίγο παράξενος ως προς αυτό. Μου αρέσει να τους γνωρίζω μέσα από τα κείμενά τους. Δεν ενθουσιάζομαι με την ιδέα ότι είναι ενεργοί στα κοινωνικά δίκτυα ή στα μέσα γενικότερα. Προτιμώ το προφίλ των μοναχικών συγγραφέων, για τους οποίους δεν γνωρίζουμε και πολλά, που μαθαίνουμε νέα τους με το σταγονόμετρο και που μας εκπλήσσουν με τα βιβλία τους.

    – Είναι σήμερα το κίνητρό σου για το γράψιμο διαφορετικό από το ξεκίνημά σου; Τι σε έχει διδάξει η πείρα σου;

    Όχι, είναι ακριβώς το ίδιο. Αυτό είναι το μυστικό για μένα. Μου αρέσει το γράψιμο, η σύλληψη των ιστοριών, η επεξεργασία τους στο μυαλό μου και η μάχη σε κάθε παράγραφο για να τις κάνεις να δουλέψουν. Απλώς το αγαπώ. Είναι ο προορισμός μου στη Γη. Το ένιωσα όταν ήμουν 15 ή 16 και ήταν μια αγνή δύναμη, ένα από τα μόνα πράγματα για τα οποία ήμουν απολύτως σίγουρος. Οπότε, το να κυκλοφορώ βιβλία είναι ένα επακόλουθο και μια ανάγκη, αλλά δεν είναι ποτέ ο κύριος στόχος. Και δε θα γίνει ποτέ.

    Πηγή: Andro.gr

  • HARALD GILBERS

    Τον Μάιο του 2018 οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ σύστησαν τον Harald Gilbers στο αναγνωστικό κοινό, καλωσορίζοντας το πρώτο βιβλίο από την τριλογία Germania του Γερμανού συγγραφέα, το Σκοτεινό Βερολίνο. Το Σκοτεινό Βερολίνο έχει ήδη διακριθεί με το βραβείο Friedrich Glauser.

    Ο Harald Gilbers γεννήθηκε το 1969 στο Ντιντερχάιν της Γερμανίας. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία και Ιστορία στο Άουγκσμπουργκ και στο Μόναχο. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος στην τηλεόραση και ως θεατρικός σκηνοθέτης, πριν ασχοληθεί με τη συγγραφή. Το Σκοτεινό Βερολίνο ήταν το πρώτο του βιβλίο και το πρώτο μέρος της τριλογίας Germania. Ακολούθησαν τα δυο επόμενα βιβλία της τριλογίας με πρωταγωνιστή τον επιθεωρητή Οπενχάιμερ, τα οποία γνώρισαν ιδιαίτερη επιτυχία τόσο στην Γερμανία, όσο και στις χώρες όπου μεταφράστηκαν (Γαλλία- Prix Historia 2016 για το δεύτερο μέρος της τριλογίας). Πρόκειται για αστυνομικά μυθιστορήματα, τα οποία έχουν, όμως, ισχυρό ιστορικό υπόβαθρο. Όπως ο ίδιος ο συγγραφέας σημειώνει, η μυθιστορηματική πλοκή βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα τα οποία προέκυψαν από δική του έρευνα και των συνεργατών του σε σημειώσεις, χειρόγραφα, ημερολόγια ή και βιβλία της εποχής, αλλά παραμένει μυθοπλαστική. Μεταφράστηκαν από τον Βασίλη Τσάλη και το επόμενο και τελευταίο βιβλίο της σειράς εκδόθηκε τον Μάιο του 2019.

  • ΦΙΛΙΠ ΚΕΡ

    Από το 1989 έως το 2018, ο Φίλιπ Κερ κατέκτησε τεράστιο κοινό ως δημιουργός του Μπέρνι Γκούντερ, ενός χαρακτήρα που ανανέωσε το αστυνομικό μυθιστόρημα, διαλέγοντας να κινηθεί στην επικράτεια του ιστορικού νουάρ. Περιδινούμενος σε πραγματικά γεγονότα της τραυματικής ιστορίας του 20ου αιώνα και συναναστρεφόμενος υπαρκτά πρόσωπα του επιχειρησιακού θεάτρου του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο γερμανός ντετέκτιβ που τρεκλίζει υπό το βάρος της ανθρώπινου δράματος δεν έπαψε να συναρπάζει, από την «Τριλογία του Βερολίνου» μέχρι το «Φοβού τους Δαναούς». Ο Μπέρνι ταξίδευε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη προτού ο θάνατος προλάβει στη στροφή τον δημιουργό του. 

    «Συχνά μοιάζει να γράφω για το παρελθόν, στην ουσία ωστόσο επιχειρώ να ερμηνεύσω το παρόν», είχε αναφέρει ο ίδιος κατά την επίσκεψή του στη χώρα μας το 2016. Το ακροατήριό του θα αναπολεί παντοτινά τον γεμάτο ενέργεια, βρετανικό φλέγμα και μπονβιβερισμό χαρισματικό ομιλητή που μαγνήτισε το κοινό με το χιούμορ και το οξύτατο πνεύμα του. Και θα μπορεί να εντοπίζει συνεχώς τις εκλεκτικές του συγγένειες με την ιδιοφυία του τόσο ξεχωριστού αυτού συγγραφέα μέσα από την τεράστια λογοτεχνική του παρακαταθήκη. Αναζητήστε τα βιβλία του, τα οποία αποτελούν το πλουσιότερο αναγνωστικό δώρο που μπορείτε να προσφέρετε στον εαυτό σας.

  • NIKLAS NATT OCH DAG

    Ένα μεθυστικό κοκτέιλ, ένα ανελέητο ιστορικό θρίλερ. Το αναπάντεχο αριστούργημα του Σουηδού Niklas Natt och Dag που άνοιξε νέους δρόμους στην αστυνομική λογοτεχνία.

    Τι πρέπει να γνωρίζει κανείς για τον συγγραφέα Niklas Natt och Dag

    -Αποφάσισε να ακολουθήσει το επάγγελμα αυτό όταν ως έφηβος γνώρισε το έργο του συνθέτη και ποιητή Καρλ Μίκαελ Μπέλμαν και συνειδητοποίησε ότι ο συγγραφέας χάρη στη δουλειά του είναι μια συντροφιά σε όλους εκείνους που δεν έχουν κανέναν.

    -Κατάγεται από την παλαιότερη αριστοκρατική οικογένεια της Σουηδίας με ρίζες από το 1280.

    -Οι τέσσερις κύριοι λογοτεχνικοί πρόγονοι του 1793 είναι: Το όνομα του ρόδου του Ουμπέρτο Έκο, το graphic novel From Hell του Alan Moore, Ματωμένος μεσημβρινός του Κόρμακ ΜακΚάρθυ και Ο άτλας του ουρανού του Ντέιβιντ Μίτσελ. Επιπλέον πηγές έμπνευσης σύγχρονες της περιόδου όπου ξεδιπλώνεται η ιστορία του βιβλίου, αποτέλεσαν τα έργα του Ρουσσώ και του Ντε Σαντ.

    -Ζει στη Στοκχόλμη με τη γυναίκα του και τους δυο γιους τους

    Η Υπόθεση

    Ένα ακρωτηριασμένο πτώμα που ανακαλύπτεται στα βρο­μερά νερά μιας λίμνης στο νησί Σέντερμαλμ είναι τόσο φρικτά παραμορφωμένο που είναι αδύνατο να αναγνωριστεί. Η ζοφερή αυτή υπόθεση θα οδηγήσει τον φθισικό αστυνόμο Σέσιλ Βίνγκε σε μονοπάτια δύσβατα γεμάτα παγίδες. Δεν θα αργήσει να βυθιστεί σ’ έναν λαβύρινθο σκοτεινών μυστικών και ανείπωτου φόβου στον οποίο όσο προχωρά τόσο κυκλώνει την υψηλή κοινωνία της Στοκχόλμης.

    Το 1793 αποτελεί το πρώτο βιβλίο του Natt och Dag αλλά και το πρώτο μέρος τριλογίας, καθώς πρόκειται να ακολουθήσουν τα 1794 και 1795, προκειμένου ο συγγραφέας να καλύψει όλη τη χρονική περίοδο του μεσοδιαστήματος χωρίς βασιλεία στη Σουηδία.

    Ο Τόπος και ο Χρόνος

    Σουηδία, 1793. Έχει περάσει παραπάνω από ένας χρόνος από τον θάνατο του βασιλιά Γουσταύου Γ΄. Στον απόηχο του θανάτου του, με τους επιγόνους να αλληλοσπαράσσονται για τη διαδοχή και έντονο τον φόβο πως η Γαλλική Επανάσταση θα εξαπλωθεί στη Σουηδία, η εμπιστοσύνη πλέον σπανίζει, ενώ η παράνοια και οι συνωμοσίες ευδοκιμούν σε κάθε σκοτεινή γωνιά.

    Αυτό είναι το σκηνικό στο οποίο στήνει την ιστορία του πρώτου του βιβλίου με τίτλο 1793: Τότε που βασίλευε η βία, ο Σουηδός Niklas Natt och Dag. Με το ένα πόδι να πατά γερά στη λογοτεχνική παράδοση και το άλλο στο θρίλερ, ο Σουηδός συγγραφέας έχει δημιουργήσει ένα εντελώς καινούργιο, ρεαλιστικό ιστορικό νουάρ που έχει σαρώσει τα βραβεία: απέσπασε το βραβείο της Σουηδικής Ακαδημίας Αστυνομικής Λογοτεχνίας και χαρακτηρίστηκε ως το καλύτερο βιβλίο της χρονιάς στη Σουηδία για το 2018. Το βιβλίο έχει κάνει μεγάλη αίσθηση διεθνώς, μεταφράζεται σε περισσότερες από 30 χώρες και έχει ενθουσιάσει κοινό και κριτικούς. Σύμφωνα με τον αγαπημένο μας Arne Dahl, πρόκειται για ένα αναπάντεχο αριστούργημα, ενώ ο συγγραφέας του η νέα φλέβα χρυσού της σουηδικής λογοτεχνικής σκηνής.

  • CAMILLA LÄCKBERG

    H Camilla Läckberg είναι αυτή τη στιγμή η διασημότερη Σκανδιναβή συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας. Γεννημένη στη Σουηδία το 1974, αποφάσισε να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη συγγραφή μετά από ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής που παρακολούθησε, δώρο του πρώτου της συζύγου.

    Το πρώτο της βιβλίο, η «Παγωμένη Πριγκίπισσα», εκδόθηκε το 2003. Βασικοί ήρωες όλων των βιβλίων της είναι ο αστυνομικός Πάτρικ Χέντστρεμ και η συγγραφέας Ερίκα Φαλκ. Φυσικά υπάρχουν και πολλοί ακόμα χαρακτήρες, όπως οι συνάδελφοι του Πάτρικ στο αστυνομικό τμήμα, η μητέρα του, η Κριστίνα, η αδελφή της Ερίκας, η Άννα κ.α.

    Φόντο των περιπετειών τους είναι το γραφικό ψαροχώρι της Φιελμπάκα, που είναι και τόπος καταγωγής της ίδιας της Λέκμπεργ και έχει δει τη δημοτικότητά του να αυξάνεται ραγδαία την τελευταία δεκαετία, αποτελώντας πλέον έναν από τους πιο δημοφιλείς ταξιδιωτικούς προορισμούς της χώρας!

    Στο πρώτο βιβλίο η Ερίκα επιστρέφει στη Φιελμπάκα μετά το θάνατο των γονιών της και συναντιέται με το γνωστό της από τα παλιά, Πάτρικ, που είναι αστυνομικός στο τμήμα του Τάνουμ. Η δολοφονία μιας παιδικής της φίλης θα φέρει τους ήρωές μας κοντά κι οι δυο τους θα ξεκινήσουν μια σχέση που θα εξελιχθεί από βιβλίο σε βιβλίο, φτάνοντας έως το δέκατο της σειράς με τους δυο τους να έχουν δημιουργήσει μια όμορφη οικογένεια. Ταυτόχρονα, βλέπουμε το πώς εξελίσσονται και οι ζωές των υπόλοιπων ηρώων – με τις καλές και τις κακές στιγμές, τους έρωτες και τις απώλειες, τις ελπίδες, τα όνειρα και τις απαγοητεύσεις τους.

    Ένα από τα πιο γοητευτικά στοιχεία των βιβλίων της Lackberg είναι αυτό ακριβώς: οι χαρακτήρες της είναι ανθρώπινοι, θυμίζουν τους ήρωες της διπλανής πόρτας, κάνοντας τον αναγνώστη να ταυτιστεί εύκολα μαζί τους. Η γλώσσα γραφής της είναι απλή, οι διάλογοι απολαυστικοί (ενίοτε τρελά χιουμοριστικοί) και το ύφος της λογοτεχνικό, αλλά καθόλου βαρύ. Η συγγραφέας έχει το χάρισμα να περνάει στους αναγνώστες της χιλιάδες εικόνες και συναισθήματα, χωρίς να πλατειάζει και να κουράζει με ατέλειωτες περιγραφές, βαριά γλώσσα και άσχετες παρεμβολές.

    Στο κάθε βιβλίο της καταπιάνεται και με διαφορετικό έγκλημα, με κοινό παρανομαστή πάντα τη Φιελμπάκα. Είναι ν’ απορεί κανείς με το πόσα άρρωστα μυαλά και πόσοι εγκληματίες μπορούν να χωρέσουν σ’ ένα μικρό ψαροχώρι! Οι ‘κακοί’ είναι άνθρωποι απ’ όλα τα κοινωνικά στρώματα, που δρουν από προσωπικές επιλογές, πάθη και φιλοδοξίες, πολλές φορές παρασυρμένοι κι από τις συνθήκες.

    Σε όλα τα βιβλία επίσης, ανάμεσα στα κεφάλαια, παρεμβάλλεται μια ιστορία που αφορά τους θύτες και τα θύματα, που ξεκινά πάντοτε από το παρελθόν και φτάνει έως τη στιγμή που συμβαίνουν τα σύγχρονα γεγονότα. Εδώ δε θα συναντήσει ο αναγνώστης σκοτεινές υποθέσεις που αφορούν τις πολιτικές εξελίξεις και τις σκληρές όψεις της καθημερινότητας. Αναφορές υπάρχουν, βέβαια, αλλά σε πολύ τοπικό χαρακτήρα και σε πολύ πιο ήπια μορφή.

    Σήμερα τα βιβλία της σειράς με πρωταγωνιστές τη συγγραφέα Ερίκα –το alter ego της Καμίλα– και τον αστυνομικό Πάτρικ ξεπερνούν σε πωλήσεις τα 23.000.000 αντίτυπα σε όλο τον κόσμο. Μένει στη Στοκχόλμη και είναι μητέρα τεσσάρων παιδιών. Όλα τα αστυνομικά μυθιστορήματα της Καμίλα κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

    Με αφορμή την έκδοση του νέου της βιβλίου παρουσιάζουμε μια παλιότερη συνέντευξη της Camilla Lackberg στην οποία μιλάει με την Ευμορφία Ζήση για το αστυνομικό μυθιστόρημα, αλλά και την προσωπική της πορεία στο συγγραφικό πεδίο.

    • Πότε καταλάβατε ότι θέλετε να γίνετε συγγραφέας; Πώς και πότε προέκυψε αυτή η επιθυμία στη ζωή σας;

    Πάντα έλεγα ιστορίες και ονειρευόμουν να γίνω συγγραφέας. Αλλά έγινε πραγματικότητα, όταν παρακολούθησα ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής. Στην αρχή της επαγγελματικής μου καριέρας ασχολήθηκα με τα οικονομικά, τα οποία είχα σπουδάσει.

    • Ποια ήταν η πρώτη σας εμπειρία ως αναγνώστρια; Με ποια βιβλία μεγαλώσατε;

    Τα πάντα, τα πάντα, τα πάντα! Διάβαζα σαν τρελή όταν ήμουν μικρή! Κι ήταν ένα μείγμα διαφόρων ειδών. Γρήγορα ανακάλυψα τη συλλογή με τα βιβλία της Αγκάθα Κρίστι που είχε ο πατέρας μου, και τα καταβρόχθισα! Μέχρι 11 ή 12 χρονών, πρέπει να είχα διαβάσει τα περισσότερα βιβλία της. Οι πιο αγαπημένες μου από τις ιστορίες της, ήταν εκείνες με τη Μις Μαρπλ.

    • Είστε διάσημη για τα αστυνομικά σας βιβλία και τις ιστορίες μυστηρίου που γράφετε. Γιατί διαλέξατε την αστυνομική λογοτεχνία; Ποιο στοιχείο αυτού του είδους σας προσείλκυσε ως συγγραφέα;

    Πάντα διάβαζα αστυνομικές ιστορίες και επιπλέον, έχω μια σκοτεινή πλευρά. Επίσης, πιστεύω ότι είναι ένα λογοτεχνικό είδος όπου μπορείς να αναδείξεις κοινωνικά προβλήματα μέσα από την πλοκή, χωρίς φαίνεται ότι έχει γίνει σκόπιμα.

    • Πιστεύετε ότι υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στα σκανδιναβικά αστυνομικά μυθιστορήματα και εκείνα από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, τα αγγλικά παραδείγματος χάριν;

    Είναι δύσκολο να γενικεύσω, αλλά νομίζω ότι Σκανδιναβοί συγγραφείς αναδεικνύουμε περισσότερο τα θέματα των ανθρώπινων σχέσεων, αλλά και τα κοινωνικά ζητήματα.

    • Μπορείτε να μας πείτε για το πρόγραμμα που ακολουθείτε κατά τη συγγραφή ενός βιβλίου; Γράφετε κάθε μέρα; Πώς βρίσκετε το χρόνο να γράφετε τόσα βιβλία;

    Δεν μπορείς να κάθεσαι και να περιμένεις τη στιγμή της απόλυτης ησυχίας και ηρεμίας για να γράψεις ή την έμπνευση να σου έρθει εξ ουρανού. Το έχω ξαναπεί και το λέω ξανά: το μόνο που πρέπει να κάνεις είναι να κάτσεις στην καρέκλα και να στρωθείς στο γράψιμο! Τίποτα άλλο δεν λειτουργεί.

    • Στα βιβλία σας συνδυάζετε την αστυνομική ιστορία, με θέματα ανθρώπινων σχέσεων. Οι βασικοί σας ήρωες εξελίσσονται μέσα από τα βιβλία σταδιακά, σαν ήταν αληθινοί άνθρωποι: μεγαλώνουν ηλικιακά, ωριμάζουν, οι σχέσεις τους αλλάζουν. Πρόκειται για μια συγγραφική τεχνική;

    Ναι, αγαπώ τους ήρωες μου και το πώς εξελίσσονται μέσα από τα βιβλία. Τώρα γράφω το ένατο βιβλίο στη σειρά «Φιελμπάκα» και το απολαμβάνω καθώς σχεδιάζω το μέλλον των ηρώων μου.

    • Όταν δημιουργείτε τους χαρακτήρες των βιβλίων σας, τους βασίζετε σε αληθινά πρόσωπα; Παραδείγματος χάριν, η Έρικα είναι συγγραφέας και γράφει αστυνομικά μυθιστορήματα. Είναι μήπως το alter ego σας;

    Πράγματι, η Έρικα έχει κάποια δικά μου στοιχεία, αλλά εμφανισιακά την έχω δημιουργήσει σκόπιμα διαφορετική, ψηλή και ξανθιά - καμία σχέση με μένα. Πάντα εμπνέομαι από τους ανθρώπους γύρω μου και παίρνω μικρά στοιχεία από τον καθένα.

    • Έχω προσέξει ότι σας απασχολεί στα βιβλία σας το κίνητρο του δολοφόνου: γιατί κάποιος κάνει κάτι τόσο τρομερό, όπως να σκοτώσει έναν άλλο άνθρωπο. Είναι μέρος της τεχνικής σας κι αυτό;

    Πάντα ασκούσαν επίδραση πάνω μου οι λόγοι που οδηγούν τους ανθρώπους στο έγκλημα, το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον να το ερευνώ αυτό και θα συνεχίσω να το κάνω. Νομίζω ότι η πολυπλοκότητα της ανθρώπινης συμπεριφοράς θα είναι πάντα ένα θέμα που θα επανέρχεται στα βιβλία μου.

    • Η βία είναι πάντα υπαρκτή, ακόμα και σε φιλειρηνικές κοινωνίες όπως η σουηδική. Θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι η βία είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης. Ποια η γνώμη σας επ' αυτού;

    Και πάλι, δεν κατέχω την απόλυτη αλήθεια πάνω στο θέμα, αλλά ξέρουμε ότι η πραγματικότητα ξεπερνά τη φαντασία σχετικά με τις φρικτές πράξεις που διαπράττουν οι άνθρωποι, σε όλες τις κοινωνίες. Εγώ απλά διερευνώ το γιατί.

  • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΙΜΟΣ

    Τα βραβευμένα Βατράχια ήταν το πρώτο μυθιστόρημα του Δημήτρη Σίμου και εκείνο που εγκαινίασε την αστυνομική σειρά Σκοτεινά Νερά των εκδόσεων BELL Best Seller με ήρωα τον αστυνόμο Καπετάνο. Το βιβλίο αυτό αγαπήθηκε από αναγνώστες και κριτικούς, κατέκτησε τις λίστες των bestseller και ανέδειξε τον ταλαντούχο Δημήτρη ως έναν από τους κύριους εκφραστές του νέου μεσογειακού νουάρ, της νέας ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας που βρίσκεται τα τελευταία χρόνια σε συνεχή ανοδική πορεία.

    Ο Δημήτρης Σίμος μάς συστήνεται

    - Σε ποιο έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας θα θέλατε να είχατε ζήσει;

      Στην όμορφη Σύρο, στην Χίμαιρα του Καραγάτση.

    - Με ποια από τα αντικείμενα που βρίσκονται πάνω στο γραφείο σας διατηρείτε μια φετιχιστική σχέση;

      Είναι τόσο ακατάστατο το γραφείο μου, που νομίζω πως δεν έχω τέτοιους είδους ψυχαναγκασμούς.

    - Λαμβάνετε υπόψη σας τις κριτικές ή θεωρείτε ότι οι κριτικοί είναι ευνούχοι που μιλούν για την ερωτική πράξη;

      Σίγουρα λαμβάνω υπόψιν την κριτικές. Θα ήταν προσβολή να μην ασχοληθώ με μια κριτική, ενώ ο άλλος ξόδεψε τον αναγνωστικό του χρόνο

      στο έργο μου.

    - Μια εικόνα είναι χίλιες λέξεις ή η σωστή λέξη είναι χιλιάδες εικόνες;

      Εγώ προσπαθώ να περιγράφω εικόνες που δεν μπορείς να βρεις τις λέξεις. Αυτό τον γραφιά από τον αναγνώστη.

    - Ποιον συγγραφέα θα χαστουκίζατε δημοσίως και ποιον θα φιλούσατε;

      Θα χαστούκιζα δημόσια τον Καραγάτση από τη ζήλεια μου. Χίλιες ζωές να ζούσα, έτσι δεν θα έγραφα. Θα φιλούσα δημόσια τον Ιζζό, ο λόγος

      που ασχολήθηκα με την αστυνομική λογοτεχνία.

    - Με ποια φράση δεν θα μπορούσατε ποτέ να ξεκινήσετε ένα έργο σας;

      Κοιτάχτηκε στον καθρέπτη.

    - Αν ήσασταν ένα σημείο στίξης, ποιο θα ήταν αυτό;

      Τρεις τελίτσες.

    - Συνεχίστε τη φράση: Μου λείπει…

      …ένα μεγάλο καλοκαίρι.

    - Ποιο είναι το μεγαλύτερο ψέμα που σας έχουν πει;

      «Ξέρεις μωρέ.. Εγώ για καλό σου το λέω, άσε τα βιβλία και βρες κάτι να βγάλεις λεφτά».

    - Πότε θα γράψετε την αυτοβιογραφία σας;

      Αν και όποτε ζήσω κάτι που πρέπει να μείνει μετά την ‘’αποχώρηση’’ μου.

    - Ποιος ήρωας/ηρωίδα λογοτεχνίας θα θέλατε να είστε και γιατί;

      Ο αγαπημένος Σέρλοκ Χολμς, ζηλεύω την ιδιοφυΐα του.

    - Διοργανώνετε ένα δείπνο. Ποιους συγγραφείς καλείτε, ζώντες και τεθνεώτες;

      Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Νίκο Καζαντζάκη, Ζυράννα Ζατέλη, Πέτρο Μάρκαρη.

    - Και ποιο είναι το βιβλίο που έχετε διαβάσει τις περισσότερες φορές;

      «Η ζωή εν τάφω» του Στράτη Μυριβήλη. Ένα βαθιά αντιπολεμικό έργο.

    - Ποια Ελλάδα αναδύεται μέσα από το θρίλερ στο οποίο πρωταγωνιστεί ο αστυνόμος Καπετάνος;

      Η Ελλάδα των παθογενειών λόγω ενός συστήματος που δομήθηκε πάνω στη διαφθορά. Ο Καπετάνος ακροβατεί μεταξύ του νόμιμα σωστού

      και του ηθικά σωστού, ελπίζοντας στην κάθαρση.

    - Έχετε Facebook, Twitter κ.τ.λ.; Εάν ναι, εμποδίζουν ή εμπλουτίζουν το γράψιμο και το διάβασμα;

      Χρησιμοποιώ τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αν έπρεπε να ζυγίσω τα θετικά και τα αρνητικά, η πλάστιγγα θα έγερνε υπέρ των αρνητικών.

    O Δημήτρης Σίμος γεννήθηκε τον Δεκέμβριο του 1987. «Τα Βατράχια», αποτελούν την πρώτη του συγγραφική δουλειά -και παράλληλα το ντεμπούτου του «Αστυνόμου Καπετάνου» στην πρώτη του «γραπτά αποτυπωμένη» αστυνομική περιπέτεια στο κομμάτι της αστυνομικής λογοτεχνίας. Παράλληλα, δραστηριοποιείται ως θεατρικός συγγραφέας, με το πρώτο του αστυνομικό θεατρικό έργο (Το κόκκινο Μελίσσι) να ανεβαίνει στην σκηνή του θεάτρου Πόλη τον Οκτώβριο του 2016. Τον Ιανουάριο του 2017, έγινε δεκτός στην Ελληνική λέσχης συγγραφέων αστυνομικής λογοτεχνίας (Ε.Λ.Σ.Α.Λ). Το 2018 εκδόθηκε το δεύτερο βιβλίο του με πρωταγωνιστή τον ίδιο ήρωα, τον Αστυνόμο Καπετάνο, με τίτλο Τυφλά Ψάρια, και τον Ιούνιο του 2019 το τρίτο βιβλίο με τίτλο Τοξικά Μάτια.

    Πηγές: www.literature.gr/www.kathimerini.gr

  • SIMENON GEORGES

    Αυστριακός συγγραφέας έλεγε πως η κατάκοιτη μητέρα του περιστοιχιζόταν από 100 τόμους μυθιστορημάτων που τα είχε γράψει ένας και μόνον συγγραφέας: ο Ζορζ Σιμενόν. Και μια μέρα που παρακολουθούσαν στην τηλεόραση μαζί τον Ποδηλατικό Γύρο της Γαλλίας αναγνώριζε σε κάθε κατάστημα, δημόσιο κτίριο, ξενοδοχείο ή δρόμο και μια σκηνή από ένα μυθιστόρημα του Ζορζ Σιμενόν: εδώ ήπιε τον καφέ του ο δολοφόνος, από αυτόν τον δρόμο πέρασε το θύμα την τάδε ώρα και την τάδε χρονιά, όπως περιγράφεται στο δείνα μυθιστόρημα, κ.τ.λ. Εντυπωσιακή μνήμη. Αλλά και ίσως ακόμα πιο εντυπωσιακή απόδειξη της απόλυτης ακρίβειας και της περιγραφικής δύναμης ενός συγγραφέα που το έργο του περιλαμβάνει σχεδόν 500 τόμους.

    Ο Σιμενόν υπήρξε τα πάντα προτού γίνει συγγραφέας: πλούσιος, πτωχευμένος, πωλητής βιβλίων, αρτοποιός, αλλά το 1919 προσελήφθη ως συντάκτης στην τοπική εφημερίδα Gazette de Liege αρθρογραφώντας ως κοσμικογράφος. Εξασκώντας πια και αυτό το επάγγελμα, είδε και έμαθε πολλά, εξοικειώθηκε με την ζωή της πόλης του, την πολιτική, την εγκληματικότητα, τις αστυνομικές έρευνες και τις τεχνικές εξιχνίασης εγκλημάτων. Κάπως έτσι και στη συνέχεια γεννήθηκε ο Μαιγκρέ. Ένας επιθεωρητής αλλιώτικος από τους άλλους. Ο Μαιγκρέ δε στηρίζει τις εξιχνιάσεις του ούτε στην τρομερή ικανότητα να εξαγάγει συμπεράσματα ούτε στα αστυνομικά ευρήματα. Αντίθετα, στηρίζεται στην ψυχολογική διαίσθηση και στη βαθιά, ενίοτε μέχρι φιλευσπλαχνίας κατανόηση των κινήτρων και της ψυχοσυνθέσεως του δράστη.

    Το συνολικό συγγραφικό έργο του που ανέρχεται σε περίπου 425 βιβλία, από τα οποία 136 ψυχολογικές νουβέλες, δεν περιλαμβάνει πάντοτε τον Μαιγκρέ. Μια τέτοια περίπτωση είναι και Οι δαίμονες του πιλοποιού [πολλά από τα βιβλία του μεταφράστηκαν σε 50 περίπου γλώσσες και πώλησαν περί τα 600 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως. Αρκετά από τα έργα του απετέλεσαν τη βάση σεναρίων για τουλάχιστον 171 κινηματογραφικές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές]. Αστυνομικό, οντολογικό, ψυχολογικό μικρού μεγέθους μυθιστόρημα που αποδεικνύει όλο το συγγραφικό μεγαλείο του Σιμενόν. Χαρακτήρες σε εξαιρετικές καταστάσεις στο μικροσκόπιο με συμπεριφορές σχεδόν αρχετυπικές.

    Για χρόνια ο Σιμενόν δεν απασχολούσε την κριτική, που τον θεωρούσε έναν γραφομανή ο οποίος ήταν απλώς εξαιρετικά δημοφιλής αλλά το έργο του δεν ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις της «σοβαρής» πεζογραφίας. Τα πράγματα άλλαξαν – και ευτυχώς – τις τρεις τελευταίες δεκαετίες. Ο Σιμενόν ανήκει στους συγγραφείς πρώτης γραμμής του 20ού αιώνα.

  • JONATHAN COE

    Όταν ο Τζόναθαν Κόου έγραφε τον «Αριθμό 11» (κυκλοφόρησε το 2015), σκιαγραφώντας με συναρπαστικό τρόπο τη σύγχρονη βρετανική κοινωνία και τα αδιέξοδά της, πιθανότατα δεν μπορούσε και ο ίδιος να φανταστεί πόσο εύστοχος ήταν σχετικά με όσα θα ακολουθούσαν. Το Brexit και η σημερινή κατάσταση διαρκούς πολιτικής κρίσης και απαξίωσης που κυριαρχούν στην άλλοτε Αυτοκράτειρα, ήρθαν να επαληθεύσουν πολλά από κείνα που θίγονταν εκεί αλλά και να δημιουργήσουν νέα δεδομένα. Με τη «Μέση Αγγλία», ο Βρετανός συγγραφέας υπογράφει ένα από τα καλύτερα βιβλία του, καταφέρνοντας (ξανά) να αιχμαλωτίσει τον παλμό της χώρας του και μέσω της μυθιστορίας να δώσει πολύπλευρη οπτική σε όσα συνέβησαν εκεί τα 10 τελευταία χρόνια.

    Το βιβλίο πράγματι ξεκινάει την αφήγησή του το 2010, όπως υπόσχεται ο τίτλος του, μακριά από το κοσμοπολίτικο Λονδίνο· για την ακρίβεια στα εξοχικά περίχωρα του Μπέρμιγχαμ και στην ίδια την πόλη που αποτελεί την καρδιά των αγγλικών Midlands. Εκεί συναντάμε αρκετούς από τους έφηβους ήρωες της «Λέσχης των Τιποτένιων», του βιβλίου-αφιερώματος του Κόου στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Πλέον οι άνθρωποι αυτοί είναι μεσήλικες, κάποιοι στα όρια της συνταξιοδότησης, άλλοι πλούσιοι και επαγγελματικά επιτυχημένοι, άλλοι κυνηγώντας ακόμα ανεκπλήρωτα όνειρα. Γύρω τους υπερήλικοι γονείς, παιδιά που ανήκουν σε μια άλλη, τελείως διαφορετική γενιά και μια χώρα φαινομενικά ήρεμη και ευημερούσα, που όμως απλώς σιγοβράζει.

    Δύο χρόνια αργότερα η Βρετανία βιώνει τις τελευταίες στιγμές εθνικής υπερηφάνειας και σύμπνοιας, φιλοξενώντας τους Ολυμπιακούς Αγώνες –κάτι μας θυμίζει αυτό– και θαυμάζοντας την τελετή έναρξης του Ντάνι Μπόιλ. Εδώ ο Κόου μπλέκει αριστοτεχνικά τα συναισθήματα του μέσου φιλελεύθερου Βρετανού, πιθανώς και τα δικά του, με όσα η υπόλοιπη κοινωνία εκλαμβάνει. Η περίφημη «βρετανικότητα» είναι πια πιο ρευστή από ποτέ. Από την άλλη, κλειδί της ιστορίας του δεν είναι η αντικειμενική παρατήρηση (η άποψή του είναι μάλλον ξεκάθαρη) αλλά η κατανόηση όσων συμβαίνουν. Ταυτόχρονα αναζητεί τα αίτια, δίχως όμως να ξεφεύγει από τον μυθιστορηματικό χαρακτήρα του βιβλίου.

    Και τα χρόνια προχωρούν. Φτάνοντας στα κρίσιμα 2015-2016 βλέπουμε πολλά και ενδιαφέροντα: ένας οργισμένος 90χρονος ρίχνει την ταχυδρομική του ψήφο υπέρ του Brexit, ένας σαραντάρης νιώθει αδικημένος, διότι η προαγωγή που περίμενε πήγε σε μια έγχρωμη γυναίκα, ένα στέλεχος της κυβέρνησης δεν έχει ιδέα για τις συνέπειες της αποχώρησης, ενώ κάποιοι νεότεροι είναι αηδιασμένοι από το πολιτικό σύστημα στο σύνολό του. Ο Κόου περιστρέφει όλους αυτούς τους μύθους-πραγματικότητες γύρω από έναν όρο: την «πολιτική ορθότητα», την οποία κάποιοι απεχθάνονται βαθιά, ξεπερνώντας πολλές φορές το όριο του ρατσισμού, ενώ άλλοι την υπερασπίζονται τυφλά, καταφέρνοντας τελικά αντίστροφα αποτελέσματα.

    Η γέννηση ενός διχασμού, που έχει τις ρίζες πολύ βαθύτερα από οποιαδήποτε οξεία πολιτική αντιπαράθεση, είναι το πραγματικό θέμα του βιβλίου, μαζί με την απεικόνιση ενός σύγχρονου αμοραλισμού, πολύ πιο επικίνδυνου από οποιοδήποτε Brexit. Η αρετή του είναι πως καταφέρνει να φτάσει σε αυτό το αποτέλεσμα με τρόπο οικείο και ανθρώπινο, ακόμα κι αν ορισμένες φορές γίνεται σχηματικός. Για κάποιον που δεν έχει γεννηθεί ή ζήσει πολλά χρόνια σε αυτή την παράξενη χώρα, η «Μέση Αγγλία» –ο τίτλος παραπέμπει ευθέως και ειρωνικά στην επίσης θαυμαστή Μέση Γη του Τόλκιν– αποτελεί έναν συναρπαστικό και συνάμα εύστοχο οδηγό.

  • ΓΙΑΝΝΙΣΗΣ ΒΑΓΓΕΛΗΣ

    Ο Βαγγέλης Γιαννίσης είναι γνωστό ότι ζει μεταξύ Ελλάδας, Σουηδίας και Αμερικής. Τον γνωρίσαμε το 2014 με «Το μίσος» και επιμένει ότι τον επιθεωρητή του Άντερς Οικονομίδη τον συνάντησε ταξιδεύοντας με το τρένο από το Έρεμπρο προς τη Στοκχόλμη. Εμείς τον συναντάμε στα βιβλία του «Το κάστρο» (2016), «Ο χορός των νεκρών» (2017), «Η σκιά» (2018). Όλα από τις εκδόσεις Διόπτρα. Τον συγγραφέα, όμως, τον συναντάμε και ως μεταφραστή σε πολλά αστυνομικά.

    Ωστόσο στο καινούργιο βιβλίο του «Η γυναίκα του Ίνσταλ» υπερέβη εαυτόν συγγραφικά. Πατώντας πάνω σε πραγματικά γεγονότα που συνέβησαν στη Νορβηγία, συγκεκριμένα στο Μπέργκεν, τον χειμώνα του 1970 και με αφορμή το απανθρακωμένο πτώμα μιας άγνωστης γυναίκας στην κοιλάδα του Ίσνταλ- την Κοιλάδα του θανάτου, όπως την αποκαλούν, και της οποίας ο θάνατος ακόμα παραμένει ένα αίνιγμα, ο συγγραφέας αποφασίζει να δώσει την δική του εκδοχή.

    Παίρνοντας στοιχεία από το κοινό σκοτεινό της Ευρώπης και από τα παρακλάδια των επιζώντων Ναζί που φτάνουν μέχρι τη Νότια Αμερική και την Αργεντινή, ο Βαγγέλης Γιαννίσης θα τολμήσει να δώσει την δική του πολύπλοκη, νουάρ, πολιτική εκδοχή.

    Αφήνοντας κατά μέρος αυτή τη φορά τον γνωστό μας Άντερς Οικονομίδη, με τον σπαραγμένο Ρολφ Στόλεσεν, αστυνομικό του τοπικού τμήματος και με τη βοήθεια του ειδικού πράκτορα του Εγκληματολογικού Άντερλς Φλο, θα προσπαθήσει να λύσει το αίνιγμα της άγνωστης με τις δεκάδες ταυτότητες, τα αντίστοιχα ψεύτικα έντυπα, τις επαναλαμβανόμενες μεταμφιέσεις της και τις επιμελώς κομμένες ετικέτες απ΄ όλα της τα ρούχα και τις αποσκευές. Μαζί της, θα βαδίσει στον χρόνο αντίστροφα, θα ταξιδέψει σχεδόν σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, θα αναζητήσει ίχνη των Ναζί στην Αργεντινή για να βρει εκείνο που ψάχνει σχεδόν στη διπλανή πολυκατοικία του, γέροντα πια μετά από χίλιες μεταμορφώσεις. Η γυναίκα του Ίσνταλ θα διατηρήσει το γρίφο της, η αλήθεια αποδεικνύεται ενίοτε για λαούς και κράτη και σκοπιμότητες απαγορευτική.

    Η εκδοχή δε Γιαννίση θα είναι τόσο πολύ αληθοφανής που ναι, θα μπορούσε να είναι και η κρυμμένη αλήθεια, θα μπορούσε να είναι η αληθινή!

    Ένα καλοστημένο πολιτικό νουάρ που διαθέτει τα πάντα σε σωστή δοσολογία: ατμόσφαιρα, μυστήριο, πλοκή, ιστορία, περιπέτεια, ψυχολογία, ιδεολογία, πολιτική. Ανθρώπους που στη ροή της ιστορίας υπήρξαν πειραματόζωα ή αναλώσιμοι, ιδεολογίες που βρυκολακιάζουν στα αποκαϊδια της ιστορίας, εφ΄όσον το κακό για τ’ ανθρώπινα είναι πάντοτε κάπου εκεί.

    Ευρηματικό το φινάλε, αποτελεί ένα είδος κάθαρσης. Αν και συνήθως η ιστορία είναι πάντα πικρή.

    Πηγή: Ελένη Γκίκα, Ταξίδι στην κοιλάδα του θανάτου, "Φιλελεύθερος", 14.6.2019

  • ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ

    Μέσα από τη μυθοπλασία, ο καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας του ΑΠΘ προσεγγίζει τη σχέση της αριστεράς με την τρομοκρατία φέρνοντας στην επιφάνεια το μεταπολιτευτικό ιδεολογικό σύμπλεγμα που γέννησε τις πιο ακραίες μορφές βίας.

    Τόπος: Ένα άνοιγμα σε βράχο μιας πλαγιάς του Υμηττού, το οποίο έχει βαφτιστεί από τους περιηγητικούς οδηγούς «σπηλιά». Υπόθεση: Η ιδιόρρυθμη πολιτική βιογραφία του Φάνη Αυγερινού, στην οποία ξεδιπλώνονται οι «φωνές» των παλιών φίλων του, του πρώτου του έρωτα, οι μορφές της παράνομης δράσης καθώς και συνηθισμένοι άνθρωποι που αναζητούν να δώσουν νόημα στην καθημερινότητα και στις απώλειές της. Χρόνος: Η Ελλάδα των τελευταίων σαράντα χρόνων.

    Το «Άνθρωπος στη σκιά - Μια ελληνική ιστορία» είναι το πρώτο μυθιστόρημα του καθηγητή Πολιτικής Φιλοσοφίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Νικόλα Σεβαστάκη. Η αρχή της ιστορίας τοποθετείται τον Φεβρουάριο του 2015, όταν μια πεζοπόρος ανακαλύπτει τυχαία το πτώμα του Φάνη Αυγερινού, του οποίου η ολιγόχρονη νεανική συμμετοχή στην ελληνική τρομοκρατία σημαδεύτηκε από μια «λάθος κίνηση», τη δολοφονία ενός δικηγόρου.

    Ξεκινώντας από αυτό το γεγονός, ο γνωστός στοχαστής γράφει για τη μαθητεία στο πολιτικό κακό, την αδυναμία της αγάπης, τις ανεξιχνίαστες προθέσεις αλλά και την προσωπική ευθύνη. Ουσιαστικά, πρόκειται για μια ηθογραφία της αριστεράς, που σκιαγραφεί ταυτόχρονα όλη τη μεταπολεμική Ελλάδα. Αναμφίβολα, με το βιβλίο αυτό ο Νικόλας Σεβαστάκης μεταπηδά σε άλλους κόσμους, πρόσωπα και καταστάσεις, «φωτίζoντας» τη σχέση της αριστεράς με την τρομοκρατία. 

    Περιέχει πολλούς χαρακτήρες, οι οποίοι περιβάλλουν τη φιγούρα του κεντρικού ήρωα Φάνη Αυγερινού. Ιστορίες ανθρώπων, βιωματικές αναμνήσεις και πολιτικές φιγούρες που αναζητούν βεβαιότητες, αλληλεπιδρώντας με την εποχή τους. Όπως επισημαίνει ο συγγραφέας, «Το βιβλίο αυτό είναι ένα πολιτικό μυθιστόρημα που επιστρέφει σε ένα δύσκολο θέμα, γεμάτο σιωπές, έτοιμα δημοσιογραφικά σχήματα και απλουστεύσεις. Πήγα πίσω, πίσω ακόμα και από τη δική μου γενιά, σε έναν άνθρωπο του 1973-74 και σε άλλες περιπτώσεις γύρω του που τον έκαναν τρομοκράτη, μέσα από το πατρικό τραύμα και τις δύσκολες σχέσεις του με τους άλλους».

    Ο Νικόλας Σεβαστάκης γεννήθηκε στο Καρλόβασι της Σάμου το 1964. «Το Καρλόβασι των παιδικών μου χρόνων ήταν μια πόλη με κρύα σπίτια, έρημους χειμωνιάτικους δρόμους και πολλά αδιευκρίνιστα μυστήρια. Μαθαίναμε να δίνουμε προεκτάσεις στα πράγματα, ας πούμε ένα είδος ντόπιου υπερφυσικού με στοιχεία υπερβολής. Θυμάμαι πάντα τον πατέρα μου και τη μάνα μου, χωρίς εξιδανίκευση, πιστεύω, προσπαθώντας πάντα να τους καταλάβω, ακόμα και χρόνια μετά τον θάνατό τους. Με τον καιρό, όμως, το να τους καταλάβω σημαίνει να τους αγαπήσω εκ των υστέρων περισσότερο, να αγαπήσω δηλαδή τις αντιφάσεις τους και τις μεγάλες δυσκολίες που αντιμετώπιζαν. Αυτή η γενιά (ήταν και οι δύο γεννημένοι το 1925) δεν μπόρεσε να ζήσει ποτέ την κοινοτοπία της δημοκρατίας, ήταν πάντα με τη μνήμη της μέσα στη φωτιά: στην πολιτική ως τραύμα της ύπαρξης. Καμία σχέση με τις μικροαμυχές των δικών μας παθών», είχε εκμυστηρευτεί σε παλιότερη συνέντευξή του. 

    Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Πολιτική Θεωρία στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Lyon II της Γαλλίας. Σήμερα είναι ευρέως γνωστός για την ακαδημαϊκή του καριέρα, τα εξαιρετικά του κείμενα πολιτικής σκέψης και τις δημόσιες παρεμβάσεις του. Στο νέο συγγραφικό του πόνημα ο Νικόλας Σεβαστάκης χαρτογραφεί, μέσα από ένα πλέγμα προσωπικών αφηγήσεων, τις δεκαετίες του αριστερισμού και της πολιτικής βίας στη μετεμφυλιακή Ελλάδα.

    Χωρίς να προδίδουμε πρόσωπα και καταστάσεις, ο κεντρικός ήρωας είναι ο «άνθρωπος της σκιάς». Εκείνος ο οποίος πριν από μερικά χρόνια, τη δεκαετία του '70, νεαρός τότε, πήρε έναν διαφορετικό δρόμο. Στο βιβλίο αυτό ο Νικόλας Σεβαστάκης προφανώς δεν σκοπεύει να προχωρήσει σε κοινωνιολογικές και ιδεολογικές ερμηνείες της πολιτικής βίας. Ουσιαστικά, αυτό που επιδιώκει είναι να φέρει στην επιφάνεια το μεταπολιτευτικό ιδεολογικό σύμπλεγμα που γέννησε τις πιο ακραίες μορφές βίας.

    Σίγουρα, στο μυαλό του αναγνώστη επανέρχονται διαρκώς μνήμες από τη δράση της 17 Νοέμβρη. Οι συγκυρίες, η τρομοκρατία, η προσωπική ευθύνη, η κατήχηση και η ιδεολογική ώσμωση συνθέτουν το αφήγημα μιας σκοτεινής ιστορικής περιόδου.

    Παράλληλα, αναδεικνύονται όχι μόνο τα πολιτικά πάθη του παρελθόντος αλλά και, όπως ο ίδιος έχει σημειώσει, ο «αριστερός της πρώιμης Μεταπολίτευσης που σύχναζε στα πηγαδάκια της Ομόνοιας ή σε συνελεύσεις και καφενεία: με μπόλικες θεωρίες εξάρτησης, με μητρόπολη/περιφέρεια, με αντι-δεξιά/αντιφασιστική ρητορική κοινή που αγκάλιαζε ένα πλήθος ανθρώπων».

    Επιπλέον, στο βιβλίο γίνεται λόγος για τον οπαδισμό της πολιτικής βίας, την ιστορία των κοινωνικών αντιθέσεων και των ταξικών συγκρούσεων, τις δηλώσεις μετανοίας, την κατασκευή σκοτεινών δυνάμεων, τα στερεότυπα της επίσημης αριστεράς αλλά και τις ιδέες, τα βιώματα, τις νοοτροπίες, την κουλτούρα, την τιμωρία και την αισθητική των ένοπλων ομάδων βίας.

    «Άμα περάσει η εποχή σου γίνεσαι αδύναμος και πέφτεις κάτω εύκολα. Γερνάς και όλα γύρω έχουν αλλάξει πια, τα ανέκδοτα για τη μεγάλη και τρανή Σοβιετία είναι ακαταλαβίστικα για τους νεότερους και πια δεν σε κρατάει τίποτα. Πού να σταθείς; Σε αρπάζουν κι εσύ είσαι μουδιασμένος από χρόνια καθισιού και πρέπει ξάφνου να θυμηθείς, σώνει και καλά, τα νιάτα σου και το πώς αισθανόσουν για κόσμο σε άλλες εποχές, στην προϊστορική εποχή των αγώνων. Να ξαναγίνεις αυτό που ήσουν – δεν υπάρχει, φίλοι μου, ζόρι μεγαλύτερο από αυτό, να σε γυρίζουν με το στανιό στο σχήμα που είχες πάρει κάποτε πριν λιώσεις αργά στην ηλικία, στις ανάγκες, στα παιδιά σου που ήρθαν μετά» διαβάζουμε χαρακτηριστικά σ' ένα απόσπασμα από το βιβλίο.

    Στις σελίδες του «Ανθρώπου στη σκιά» ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή και με την Αθήνα μιας άλλης εποχής. Επιστρέφει στην πρωτεύουσα με τα «ανεξερεύνητα μυστικά», τη μουσική παλιότερων δεκαετιών, τις γειτονιές, την πόλη «που μπορούσε να ελευθερώσει το σώμα, τη γλώσσα, τη σκέψη, την πόλη της νεότητας και της περιέργειάς τους για τον κόσμο».

    Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση του βιβλίου, η αίσθηση που σου μένει είναι το βάρος του χρόνου και η διαπεραστική δύναμη της μνήμης. Άλλωστε, όπως ο ίδιος είχε πει: «Όσο μεγαλώνουμε, γινόμαστε μνήμη. Το παρελθόν κυριεύει πολλά ζωτικά μέρη του εαυτού μας». Είναι αυτή η ορμή της μνήμης που σου δημιουργεί την επιθυμία να μη θέλεις, τελικά, να θυμάσαι άλλο. Να αφήσεις πίσω σου έναν κόσμο που οριστικά πλέον έχει χαθεί.

    Πηγή: www.lifo.gr

  • ANTONIO FUSCO

    Ο Αντόνιο Φούσκο γεννήθηκε στη Νάπολη το 1964. Σπούδασε Νομικά και Δημόσια Διοίκηση. Υπήρξε υψηλόβαθμο στέλεχος της ιταλικής αστυνομίας και εγκληματολόγος. Εργάστηκε στη Ρώμη και στη Νάπολη. Από το 2000 ζει στην περιοχή της Τοσκάνης, όπου ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα στην ιταλική δικαιοσύνη. Έκανε το λογοτεχνικό του ντεμπούτο με το βιβλίο Πέντε μικρές αδικίες (μτφρ. Γιάννα Σκαρβέλη, Ελληνικά Γράμματα 2017), ένα θρίλερ με στοιχεία νουάρ και παράλληλα μια ανατομία της ανθρώπινης ψυχής, όπου το Καλό και το Κακό συνυπάρχουν αδιαχώριστα. Το νέο του μυθιστόρημα, Υπόθεση 178 (μτφρ. Γιάννα Σκαρβέλη, Ελληνικά Γράμματα 2019), έδωσε την αφορμή για τη συζήτησή μας αυτή.

    Μετά τις Πέντε μικρές αδικίες, ο αστυνόμος Καζαμπόνα επιστρέφει. Μήπως επειδή οι αναγνώστες περιμένουν να διερευνήσει μια νέα υπόθεση;

    Πιστεύω πως ένας συγγραφέας πρέπει πάντα να τρέφει τον μέγιστο σεβασμό για τους αναγνώστες του, καθώς και να προσπαθεί στον μέγιστο βαθμό να καταστήσει ευχάριστη εμπειρία την ανάγνωση των βιβλίων του, αλλά δεν πρέπει να γράφει μονάχα για να τους ευχαριστήσει. Ένας συγγραφέας πρέπει να νιώθει την ανάγκη να αφηγηθεί μια ιστορία και πρέπει να είναι ο πρώτος που θα συγκινηθεί, όταν τη δημιουργεί στη φαντασία του. Μονάχα έτσι μπορεί να ελπίζει πως θα συγκινήσει τους αναγνώστες. Ο Καζαμπόνα επιστρέφει για να ερευνήσει, επειδή εγώ του ζήτησα να το κάνει, είχα ανάγκη να με βοηθήσει να επιλύσω μια υπόθεση που δεν μ’ άφηνε να κοιμηθώ τα βράδια.

    Είναι Δεκαπενταύγουστος με φριχτό καύσωνα και στους λόφους της Τοσκάνης ανακαλύπτεται το πτώμα ενός δολοφονημένου άντρα. Πρόκειται για εκτέλεση ή κάτι άλλο κρύβεται;

    Η αλήθεια είναι μια γυναίκα πολύ σεμνή, που δεν μας παρουσιάζεται ποτέ γυμνή. Είναι πάντοτε καλυμμένη, ενίοτε κρυμμένη και αγνώριστη. Ούτε καν ο πιο έμπειρος αποπλανητής δεν καταφέρνει να την κάνει να αποκαλυφθεί εξ ολοκλήρου. Ο Καζαμπόνα θα έχει πολλά να κάνει για να ανασυστήσει τα γεγονότα, για τον επιπλέον λόγο ότι η πολιτική εξουσία επιζητά με κάθε τρόπο να τον εμποδίσει να το κάνει.

    Αλήθεια, πώς ένας αστυνομικός εξιχνιάζει έναν φόνο; Υπάρχει κάποια μεθοδολογία για να ανακαλύψει τον δολοφόνο;

    Υπάρχουν ορισμένες ερευνητικές τεχνικές, που σήμερα βασίζονται πολύ στην τεχνολογία και στην επιστήμη (ας σκεφτούμε τις τηλεφωνικές και περιβαλλοντικές υποκλοπές, την ιατροδικαστική βιολογία κ.λπ.), αλλά σχεδόν πάντοτε η ευφυΐα και η διαίσθηση του ανθρώπου είναι αυτές που του δίνουν τη δυνατότητα να φτάσει σε μια λύση.

    Στο βιβλίο σας, ο αστυνόμος δεν προλαβαίνει να ξεκινήσει τις έρευνες και την υπόθεση αναλαμβάνει η Διεύθυνση Ερευνών κατά της Μαφίας. Πώς μπορούν να συνεργαστούν για να βρουν την αλήθεια;

    Όταν τα διάφορα ερευνητικά όργανα είναι καλόπιστα, η συνεργασία έχει πάντοτε θετικό πρόσημο, αλλά, ορισμένες φορές, μπορεί να τύχει μία από τις δύο παρτίδες να παίζεται σε διαφορετικό τραπέζι, οπότε η κατάσταση γίνεται πιο περίπλοκη αντί να απλοποιηθεί.

    Ύστερα από την εκκένωση του φράγματος που κατασκευάστηκε μετά τον πόλεμο, μέσα από τα νερά της λίμνης αναδύθηκε το παλιό χωριό-φάντασμα Τόρε Γκιμπελίνα. Γιατί η σύγρονη αρχιτεκτονική κατασκευάζει φράγματα και βυθίζει χωριά, χωρίς να σέβεται την ιστορία τους;

    Η πρόοδος είναι σαν ένα ξέχειλο ποτάμι, που συχνά παρασύρει μαζί του την ιστορία και τις αρχαίες παραδόσεις χωρίς κανέναν σεβασμό. Είναι ο αμείλικτος νόμος του κέρδους.

    Ο Καζαμπόνα θα κληθεί να ανακαλύψει τι κρύβουν τόσα χρόνια τα ταραγμένα νερά της λίμνης. Ποιο είναι το αντίτιμο της αλήθειας;

    Θα απαντήσω αναφέροντας ένα απόσπασμα από τον μονόλογο σχετικά με την αλήθεια, τον οποίο έγραψα κατά τη διάρκεια της συγγραφής του δεύτερου μυθιστορήματός μου: «Η πείνα για αλήθεια σε διδάσκει να περιεργάζεσαι τον ορίζοντα, όπως ένα αρπακτικό στη σαβάνα. Να στέκεσαι στις μύτες των ποδιών, για να απλώνεις περισσότερο το βλέμμα και να βλέπεις παραπέρα. Πέρα από ό,τι είναι σκόπιμο. Και να το απολαμβάνεις. Απλώνοντας τα χέρια, με το σώμα και το πρόσωπο προτεταμένα προς τα εμπρός, για να γευθείς καλύτερα εκείνο το αεράκι που κάνει το πετσί σου ν’ ανατριχιάζει και σε κάνει να νιώθεις ζωντανός. Έτσι, γίνεται κανείς ο ιδανικός στόχος. Ορατός και επίμονος. Εύκολος να χτυπηθεί. Δεν πρέπει ποτέ να κάνεις κατάχρηση της αλήθειας, γιατί αργά ή γρήγορα θα σε σκοτώσει».

    Ο αστυνομικός ερευνά έναν φάκελο με μυστηριώδη έγγραφα για μια σφαγή από τους Ναζί που έγινε στο βυθισμένο πια χωριό. Έναν «καυτό» φάκελο, που περνούσε από χέρι σε χέρι σαν θανατική καταδίκη, φέρνοντας μαζί του μια σειρά από ανεξήγητους φόνους. Η απόδοση δκαιοσύνης μπορεί να βοηθήσει να ξεχαστούν τα πάντα;

    Να ξεχάσουμε εντελώς δεν είναι ποτέ δυνατό. Απεναντίας, το να θυμόμαστε ορισμένα εγκλήματα, όπως εκείνα που διαπράχθηκαν κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι χρήσιμο προκειμένου να αποφύγουμε να επαναλάβουμε τα ίδια σφάλματα. Η απόδοση δικαιοσύνης είναι απαραίτητη, για να ξαναξεκινήσουμε ειρηνικά και να αναδημιουργήσουμε με γαλήνια ψυχή.

    Μέσα σε αυτή την υπόθεση μπλέκεται η Μονίκ. Γιατί τα αστυνομικά μυθιστορήματα έχουν πάντα και μια γοητευτική γυναίκα;

    Επειδή ανήκει στα πράγματα της ζωής. Θα προσέθετα, μάλιστα: στα όμορφα πράγματα της ζωής. Ευτυχώς δεν υπάρχουν μονάχα δολοφονημένοι νεκροί στην καθημερινή πραγματικότητα, ακόμα και σ’ εκείνη ενός αστυνομικού επιθεωρητή.

    Η δράση στο μυθιστόρημά σας είναι καθηλωτική. Θεωρείτε το σασπένς ουσιώδες στοιχείο ενός μυθιστορήματος;

    Ναι, είναι θεμελιώδες. Ένα αστυνομικό μυθιστόρημα χωρίς σασπένς είναι σαν αυτοκίνητο χωρίς βενζίνη. Παραμένει ακινητοποιημένο και οι επιβάτες ύστερα από λίγο κατεβαίνουν και παίρνουν κάποιο άλλο μέσο.

    Οι χαρακτήρες σας είναι άνθρωποι που ζουν δίπλα μας. Άρα πολλοί από τους συνανθρώπους μας μπορεί να είναι και ύποπτοι σε κάποια υπόθεση;

    Εκτός από σπανιότατες περιπτώσεις, δεν υπάρχουν επαγγελματίες δολοφόνοι. Αυτός που διαπράττει ένα στυγερό έγκλημα είναι σχεδόν πάντοτε πρόσωπο κοντινό του θύματος. Ένας κανονικός άνθρωπος, με μια κανονική ζωή, όπως εσείς, για παράδειγμα.

    Οι μνήμες του λαού σας για τους Γερμανούς κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν είναι διόλου καλές. Σβήνεται ποτέ η μνήμη με πρόφαση τη λήθη;

    Όχι. Η ανάμνηση αυτών των φρικτών γεγονότων πρέπει να παραμείνει και να μεταδοθεί στις νέες γενιές, προκειμένου να μην επαναληφθούν ποτέ.

    Γιατί ο χαρακτήρας του αστυνομικού Καζαμπόνα έχει κερδίσει χιλιάδες αναγνώστες;

    Για την ανθρωπιά και την απλότητά του. Είναι ένα πρόσωπο σαν πολλά άλλα, δεν είναι ήρωας με υπερδυνάμεις. Προσπαθεί να κάνει τη δουλειά του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, αποδεσμευόμενος από τα προσωπικά και οικογενειακά προβλήματα που έχουμε όλοι μας.

    Ποια αστυνομικά μυθιστορήματα θα μας προτείνατε να διαβάσουμε;

    Μου αρέσει πολύ η ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο Ζαν-Κλοντ Ιζό, οπότε συνιστώ την «Τριλογία της Μασσαλίας». Από ιταλικά αστυνομικά, συνιστώ τα μυθιστορήματα του δασκάλου μου, Αντρέα Καμιλέρι.

    Έχετε επισκεφτεί την Ελλάδα; Ποια είναι η γνώμη σας για τη χώρα μας;

    Δεν έχω επισκεφτεί ποτέ την Ελλάδα, αλλά ελπίζω να μπορέσω να το κάνω το συντομότερο δυνατό. Θεωρώ πως κάθε πολιτισμένος λαός της Δύσης φέρει ένα κομμάτι της Ελλάδας εντός του, ακόμα και ασυνείδητα. Όπως ένα παιδί φέρει το αποτύπωμα που του έχει αφήσει η μητέρα του τα πρώτα χρόνια της ζωής του.

    Antonio Fusco: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη / diastixo.gr, 26.6.2019
  • ΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ

    Ο Νίκος Χρυσός αναδεικνύεται μέσα από το συγκεκριμένο έργο σε συγγραφέα υψηλού διαμετρήματος. Δεν είναι τόσο η ατμόσφαιρα που κατασκευάζει, η αφηγηματική του δεινότητα, η πραγματικά εξόφθαλμη φαντασία η οποία και τον απογειώνει, δεν είναι μόνο το πλήθος των γνωστικών λεπτομερειών που παρέχονται απλόχερα, το ύφος του κειμένου που σε κρατά σε διαρκή εγρήγορση, πολύ περισσότερο είναι ότι πλάθει έναν κόσμο τόσο κοντά μας και τόσο άγνωστο, τόσο οικείο (για λίγους) και τόσο αποκρουστικό (για τους πολλούς), έναν κόσμο που υπάρχει γύρω μας, καθώς καθημερινά βρισκόμαστε αντιμέτωποι μαζί του, από την απλή επαιτεία μέχρι τη μαφία των αστέγων, από τον αληθινά ανάπηρο μέχρι τους επαγγελματίες των σκουπιδιών. Ο Χρυσός βάζει το μαχαίρι μέχρι το κόκαλο και κρούει τον κώδωνα του κινδύνου (μέσα βέβαια από τη λογοτεχνική του επιλογή, δεν επιχειρεί να κάνει κοινωνιολογία) ώστε να εξαλειφθεί αυτό το φαινόμενο, να κοιμούνται άνθρωποι σε χαρτόκουτες και να τρέφονται από τα σκουπίδια, ενώ η μοναδική τους απόλαυση είναι τα απόμερα μέρη του λιμανιού ή των κακόφημων περιοχών της πρωτεύουσας, όπου κάποιοι ευαίσθητοι ή έστω συμπαθούντες τούς προσφέρουν έναν καφέ ή ένα κρασί, κόντρα στους καλοβαλμένους, χορτασμένους και γραβατιασμένους συμπολίτες μας που τους συμπεριφέρονται με βία, στην καλύτερη περίπτωση αδιαφορώντας και περνώντας δίπλα τους σαν να είναι σκουπίδια. Ο Χρυσός όχι απλώς μας κάνει συμμέτοχους αυτού του γεγονότος που ονομάζεται επαιτεία, ναρκωτικά, μαφία της νύχτας, νεοναζί (αφού λίγο-πολύ όλοι μας έχουμε κάποιο βίωμα) αλλά επιπλέον καλλιεργεί μια επώδυνη κατάσταση, από την οποία κανείς πολιτισμένος άνθρωπος, κοινωνία ή κράτος, δεν βγήκαν κερδισμένοι. Ούτε οι δυστυχείς ιερόδουλες, που τόσο λίγο χώρο τούς παρέχει το μυθιστόρημα του Χρυσού, οι οποίες και συνυπάρχουν με βρόμικους, αλήτες, μεθυσμένους αλλά ρομαντικά ανιδιοτελείς συνανθρώπους τους.

    Γνωρίζοντας ο εξαίρετος συγγραφέας Νίκος Χρυσός πως δεν θα ήταν δυνατόν να γεμίσει τόσες σελίδες μένοντας αποκλειστικά σε γεγονότα του δρόμου (μια που οι περισσότεροι ήρωες του βιβλίου είναι άστεγοι), γνωρίζοντας δηλαδή πως όσο κι αν τέτοιες ιστορίες προκαλούν το αναγνωστικό ενδιαφέρον, κάπου κουράζουν επαναλαμβανόμενες, κάνει το εξής ευφυές: μας παρουσιάζει εκτενώς την παραμυθία του καθενός, πού γεννήθηκε, πώς μεγάλωσε, πώς ενηλικιώθηκε, τι συνέβη στην πορεία και ξέμεινε άστεγος, ό,τι τέλος πάντων συνήργησε ώστε να έχει αυτή την κατάληξη. Με αυτή τη λογική, οι τέσσερις κύριοι πρωταγωνιστές (ο Σεβαστιανός αποκτά τη μορφή του Ιησού), ο Τέως (από το Ματθαίος), ο Λάκυ (εκ του Λουκάς), ο Μαρκόνης (εκ του Μάρκου) και ο Γιάννης (εκ του Ιωάννη), καθώς και ο Παύλος (ο μεγαλύτερος διώκτης του Ιησού και μετά τη σταύρωση ο μεγαλύτερος υπερασπιστής των ιδεών του, τις οποίες και ταξίδεψε σε ολόκληρο τον κόσμο) δεν έρχονται από το πουθενά, δεν βρίσκονται από τη μια μέρα στην άλλη άστεγοι, το αντίθετο, έχουν πίσω τους πραγματικά περίεργες καταστάσεις, που τους έσπρωξαν εκεί. 

    Ο χρόνος και ο τόπος είναι ασαφείς. Μπορεί η δράση να εξελίσσεται σήμερα, μπορεί σε λίγα χρόνια από τώρα. Ο τόπος είναι μια πόλη με μεγάλο λιμάνι κάπου στην Μεσόγειο. Στοιχεία από Αθήνα και Πειραιά είναι διάσπαρτα στην αφήγηση, χωρίς όμως να παίζουν κάποιο ρόλο στην πλοκή, ενώ το Λιμάνι χωρίζεται σε ζώνες που είναι τα 24 γράμματα του αλφαβήτου. Ο Χρυσός (πλην εξαιρέσεων) ονοματίζει τους ήρωές του με επινοημένα ονόματα. Γιατί άραγε το κάνει αυτό; Μια πρώτη (ίσως και πρόχειρη) ερμηνεία είναι πως θέλει να εντάξει το μυθιστόρημά του όχι μόνο στα ελληνικά δεδομένα, όχι μόνο στα ελληνικά σύνορα, αλλά στα παγκόσμια. Αν δηλαδή το έργο μεταφραστεί, να μην έχουν οι ξένοι πρόβλημα στην προσέγγιση δύσκολων ελληνικών ονομάτων. Μια άλλη ερμηνεία που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί είναι ότι όπως το Λιμάνι και οι πόλεις δεν προσδιορίζονται επαρκώς, έτσι και τα ονόματα των ηρώων αποκτούν αυτή τη διάσταση, γίνονται κάτι σαν σταυρόλεξο το οποίο δυνατοί λύτες οφείλουν να αποκωδικοποιήσουν και να αντιληφθούν.

    Η έρευνα που έκανε ο συγγραφέας είναι εμφανής και εντυπωσιάζει. Ο κόσμος των κλοσάρ είναι ζωντανός και οι περιγραφές της πείνας ως μόνιμης κατάστασης και ως ενός ατελείωτου εφιάλτη είναι εξαιρετικές, ενώ το διαρκές άγχος της ζωής στον δρόμο και της αναζήτησης καταλύματος, καθώς και η συνεχής κούραση, κατακλύζουν τις αφηγήσεις των αστέγων φέρνοντας μια Ντοστογιεφσκική αύρα σε ένα βιβλίο που θέτει ερωτήματα για τη ζωή και το θάνατο, το έγκλημα και την τιμωρία, την ανθρωπιά και το μίσος, τη συμπόνια και την εγκατάλειψη, την απώλεια και την ανάγκη τρυφερότητας.

    Στον συγγραφέα Νίκο Χρυσό και το μυθιστόρημά του «Καινούργια μέρα» δόθηκε το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (European Union Prize for Literature) 2019.