Ομοικατάληκτες αφηγήσεις
ISBN: 978-618-5624-88-0
Είδος:
Βιβλίο
Μορφή:
Χαρτόδετο
Αναγνωστικό Κοινό:
Ενήλικες - βιβλία προς το ευρύ κοινό
Θέμα:
Ποίηση
Γλώσσα:
Ελληνική, Νέα
Έτος Έκδοσης:
2024
Εκδότης:
Εκδόσεις Άπαρσις
Συγγραφέας:
Δουκέλλης, Αντώνης
Διαστάσεις:
14 x 24 εκ
Σελίδες:
80 σελ.
Τιμή Εκδότη: 10,00 €
Τιμή E-shop:
9,00 €
Διαθέσιμο κατόπιν παραγγελίας.
Χρόνος παράδοσης 2 - 6 εργάσιμες ημέρες, υπό την προϋπόθεση ύπαρξης αποθέματος στον εκδότη.
Περιγραφή
Ένα χάδι
Παιδί της κατοχής χωρίς γονείς
Μονάχο του στην αγορά της πόλης
Χαμίνι κι αποπαίδι της στοργής
Μικροθελήματα καθημερνής και σχόλης
*
Αφεντικά, υπάλληλοι και άλλοι
Απάνω του ξεσπούσαν, σαν σκεύος της χαράς
Πρωτοστατούσαν ποιος πρώτος θα βάλει
Τρικλοποδιά στο παίγνιο της αγοράς
*
Και το φτωχό αγόρι ορφανεμένο
Από αγάπη, ζεστασιά και τρυφερότητα
Ποτέ δεν το ‘δαν παραπονεμένο
Όαση, σε μιαν άσπλαχνη ανθρωπότητα
*
Μια μέρα ο σκληρός αφέντης
Χτύπησε το μικρό για μιαν απροσεξία
Θέλησε το παιδί να συνετίσει
Φορτώνοντας το με απαξία
*
Ένας γερός, ευαίσθητος εργάτης
Πλησίασε του ‘πιασε το κεφάλι
Με ένα χάδι άδολης αγάπης
Έδωσε στο παιδί χαρά μεγάλη
*
Σαββάτο βράδυ μπήκανε ληστές
Το χρήμα να μαζέψουνε ζητούσαν
Όλοι περνούσαν δύσκολες στιγμές
Ούτε να κουνηθούνε δεν τολμούσαν
*
Ο δυνατός εργάτης ορμά μπροστά
Το όπλο να αρπάξει αν μπορέσει
Μα η σφαίρα αντί γι΄ αυτόν φρικτά,
Χτύπησε το παιδί που χώθηκε στη μέση
*
Καθώς η ψυχή του πέταγε ψηλά
«Γιατί αγόρι μου; την καρδιά μου ράγισες»
Και το παιδί κοιτάζοντας θολά:
Στον άντρα είπε: «εσύ που με χάιδεψες…»
Παιδί της κατοχής χωρίς γονείς
Μονάχο του στην αγορά της πόλης
Χαμίνι κι αποπαίδι της στοργής
Μικροθελήματα καθημερνής και σχόλης
*
Αφεντικά, υπάλληλοι και άλλοι
Απάνω του ξεσπούσαν, σαν σκεύος της χαράς
Πρωτοστατούσαν ποιος πρώτος θα βάλει
Τρικλοποδιά στο παίγνιο της αγοράς
*
Και το φτωχό αγόρι ορφανεμένο
Από αγάπη, ζεστασιά και τρυφερότητα
Ποτέ δεν το ‘δαν παραπονεμένο
Όαση, σε μιαν άσπλαχνη ανθρωπότητα
*
Μια μέρα ο σκληρός αφέντης
Χτύπησε το μικρό για μιαν απροσεξία
Θέλησε το παιδί να συνετίσει
Φορτώνοντας το με απαξία
*
Ένας γερός, ευαίσθητος εργάτης
Πλησίασε του ‘πιασε το κεφάλι
Με ένα χάδι άδολης αγάπης
Έδωσε στο παιδί χαρά μεγάλη
*
Σαββάτο βράδυ μπήκανε ληστές
Το χρήμα να μαζέψουνε ζητούσαν
Όλοι περνούσαν δύσκολες στιγμές
Ούτε να κουνηθούνε δεν τολμούσαν
*
Ο δυνατός εργάτης ορμά μπροστά
Το όπλο να αρπάξει αν μπορέσει
Μα η σφαίρα αντί γι΄ αυτόν φρικτά,
Χτύπησε το παιδί που χώθηκε στη μέση
*
Καθώς η ψυχή του πέταγε ψηλά
«Γιατί αγόρι μου; την καρδιά μου ράγισες»
Και το παιδί κοιτάζοντας θολά:
Στον άντρα είπε: «εσύ που με χάιδεψες…»