Βραβείο Pulitzer

Hernán Díaz

Το σαγηνευτικό και καυστικά επίκαιρο μυθιστόρημα του Αργεντίνου συγγραφέα κερδίζει συνεχώς έδαφος και προσφάτως τιμήθηκε με το Βραβείο Pulitzer. Το βιβλίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση Κάλλιας Παπαδάκη. Διαβάστε τη συνέντευξη που έδωσε o συγγραφέας με αφορμή την υποψηφιότητα της «Παρακαταθήκης» για το Βραβείο Booker 2022.

Πώς νιώθετε που το βιβλίο σας βρέθηκε στη μακρά λίστα για το βραβείο Booker 2022 και τι θα σήμαινε για εσάς μια νίκη;

Το βραβείο Booker, επειδή ξεπερνάει τα γεωγραφικά σύνορα, καθώς δυνητικά μπορούν να το διεκδικήσουν βιβλία από κάθε ήπειρο, είναι μια απόδειξη του διανοητικού εύρους και της «φιλοξενίας» της αγγλικής γλώσσας. Γι’ αυτό και η υποψηφιότητά μου είναι εξαιρετικά σημαντική για μένα. Μπορεί να αποπροσανατολίσει τους αναγνώστες η ανάδειξη ενός βιβλίου σε μια μακρά λίστα. Δεν νομίζω ότι θα συνηθίσω ποτέ αυτή την αναφορά στο εξώφυλλο.

Πώς προέκυψε η Παρακαταθήκη; Από κάποιον χαρακτήρα, κάποια κατάσταση, από κάτι που ακούσατε στις ειδήσεις; Ήταν μια ιδέα που σιγόκαιγε μέσα σας ή κάποιο είδος επιφοίτησης; Τι σας προκάλεσε την επιθυμία να γράψετε το συγκεκριμένο βιβλίο τώρα; Το χρήμα –και οι άνθρωποι που κερδίζουν πολλά χρήματα– είναι μια μεγάλη εμμονή της εποχής μας;

Το χρήμα, παρότι είναι μια δύναμη που διαμορφώνει τη ζωή μας, είναι και ένα θέμα ταμπού. Αυτή η ασυμφωνία μού κέντρισε το ενδιαφέρον. Στη συνέχεια, όταν άρχισα να διαβάζω για το βιβλίο, δύο πράγματα διαφάνηκαν αμέσως: το πρώτο είναι ότι οι γυναίκες έχουν διαγραφεί εντελώς από τις αφηγήσεις συγκέντρωσης του κεφαλαίου· το δεύτερο είναι ότι υπάρχουν ελάχιστα μυθιστορήματα για την παραγωγή χρημάτων – στη μυθοπλασία ο πλούτος σχεδόν πάντα υπάρχει ήδη. Επίσης, με τράβηξε η μυθοπλαστική ποιότητα του χρήματος (είναι, στην τελική, μια σύμβαση που όλοι μας έχουμε αναγκαστεί να αποδεχτούμε) και πώς η μυθοπλασία αυτή μπορεί να επηρεάσει και να αλλάξει τον κόσμο. Αυτό με οδήγησε να επανεξετάσω, από τη μια, τη σχέση της λογοτεχνίας με την εξουσία και, από την άλλη, την αδιόρατη γραμμή που χωρίζει τη μυθοπλασία από την ιστορία.

Επίσης, επηρεάστηκα και από την επικαιρότητα. Φαίνεται ότι ζούμε σε μια εποχή που η ίδια η πραγματικότητα έχει γίνει είδος πολυτελείας: κάτι που μπορεί να αγοραστεί και να επιβληθεί στους άλλους. Η λογοτεχνία είναι εξαιρετικά σημαντική σε αυτό το πλαίσιο: μας ενθαρρύνει να σκεφτόμαστε κριτικά και παραγωγικά τη σύνδεση που υπάρχει ανάμεσα στη μυθοπλασία και την αλήθεια – και πώς οι ιστορίες, πέρα από το να μιμούνται την πραγματικότητα, μπορούν και να τη διαμορφώσουν.

Σε ό,τι αφορά τη διαδικασία της συγγραφής, προτιμάτε να γράφετε στο χαρτί ή στον υπολογιστή; Κάνετε προσχέδια, υπάρχουν μεγάλα διαστήματα παύσης ή περίοδοι υψηλής συγγραφικής παραγωγικότητας; Πόσος χρόνος χρειάστηκε για να γράψετε την Παρακαταθήκη;

Δεν κάνω προσχέδια. Υπάρχει μόνο μία εκδοχή, την οποία επεξεργάζομαι συνεχώς στην πορεία. Γράφω με πένα σε μεγάλου μεγέθους σημειωματάρια. Απολαμβάνω την αίσθησή της: το μελάνι που ρέει, ο ήχος της πάνω στο χαρτί… Είναι επίσης και το θέμα του ρυθμού – η χειρόγραφη γραφή μού αφήνει το χρονικό περιθώριο που χρειάζομαι. Οι επεξεργαστές εγγράφου σού επιβάλλουν ένα πλαίσιο, μια άκαμπτη σχέση με τη σελίδα.

Με την πένα δημιουργείς τη δική σου γεωγραφία, με τις νησίδες των σκέψεων και τα ποτάμια των συνειρμών. Όταν απλώς διαγράφεις αποσπάσματα και δεν τα σβήνεις, δεν τα εξαφανίζεις, μπορείς να ξανασκεφτείς διάφορες αλλαγές που έχεις κάνει, οι οποίες θα είχαν χαθεί σε ένα ψηφιακό αρχείο. Να προσθέσω ότι σε όλη τη διάρκεια της συγγραφικής διαδικασίας διαβάζω αχόρταγα ό,τι μπορώ να βρω σχετικά με το θέμα που καταπιάνομαι. Είναι μια πλήρης καταβύθιση. Πέρασα περίπου τέσσερα χρόνια στη χώρα της Παρακαταθήκης.

Η Παρακαταθήκη στην ουσία αποτελείται από τέσσερα βιβλία, καθένα από τα οποία προκαλεί τα υπόλοιπα. Πόσο δύσκολο ήταν να δομήσετε το βιβλίο και ποιες ήταν οι ιδιαίτερες προκλήσεις που παρουσιάζει μια τέτοια ασυνήθιστη δομή;

Η φωνή –σε ποιον τη δίνεις και ποιον κάνεις να σιωπά– είναι το κεντρικό ζήτημα στην Παρακαταθήκη. Αντί απλώς να συζητήσω ή να θίξω το ζήτημα αυτό, αποφάσισα να το παρουσιάσω επίσημα. Έτσι αναδύθηκε η πολυφωνική δομή με τα τέσσερα βιβλία σε ένα, η οποία παρουσίαζε δύο βασικές προκλήσεις.

Η πρώτη είχε να κάνει με την πλοκή και την οργάνωση της ιστορίας: Ταιριάζουν τα κομμάτια μεταξύ τους; Ποια κενά θέλω να αφήσω ανοιχτά για να τα γεμίσει ο αναγνώστης; Η μια ιστορία θα αντικρούει ή θα επιβεβαιώνει την άλλη; Η δεύτερη πρόκληση είχε να κάνει με το είδος και το στιλ. Ένα ολόκληρο μυθιστόρημα μέσα στο μυθιστόρημα, ένα ιστορικό ντοκουμέντο, απομνημονεύματα και ένα προσωπικό ημερολόγιο συνυπάρχουν σε έναν τόμο. Οι τέσσερις φανταστικοί συγγραφείς που συνθέτουν καθεμία από αυτές τις ενότητες είναι πάρα πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους.

Σας έχουν επαινέσει για τα διαφορετικά στιλ αφήγησης καθεμιάς από τις τέσσερις ενότητες του βιβλίου. Η πρώτη ενότητα, ένα μπεστ σέλερ της δεκαετίας του ’30 με τον τίτλο Ομολογίες, δίνει την αίσθηση ενός μυθιστορήματος της εποχής του. Πώς το αποτυπώσατε με τέτοια ακρίβεια και ποιες ήταν οι επιρροές σας;

Έκανα ό,τι μπορούσα για να εξαφανιστώ από αυτό το βιβλίο και να αφήσω τέσσερις διαφορετικούς ανθρώπους να αναλάβουν. Μερικά όμως από τα λεκτικά μου τικ τρύπωσαν σε καθεμιά από αυτές τις φωνές. Για να το διορθώσω, έκανα τέσσερις αυστηρούς οδηγούς στιλ, έναν για κάθε συγγραφέα, με λεπτομέρειες για τη στίξη, τη σύνταξη, το λεξιλόγιο, τις γραμματικές τους ιδιομορφίες. Το ύφος της πρώτης ενότητας προκύπτει, εν μέρει, από την ενασχόληση με ορισμένα επίσημα πειράματα της δεκαετίας του ’30, διατηρώντας επίσης έναν σύνδεσμο με την καμπή του αιώνα. Η παρουσία της Edith Wharton και του Henry James είναι αισθητή παντού σε αυτό το κομμάτι, όπως επίσης και η ταξιδιωτική γραφή του Vernon Lee, για παράδειγμα.

Ωστόσο ο συνολικός σχεδιασμός του μυθιστορήματος περιλάμβανε και τη δημιουργία ενός τόξου με φορά από τον ρεαλισμό στον μοντερνισμό, και πέρα από αυτόν. Η τελευταία ενότητα γράφτηκε ως ένα μοντερνιστικό πεζό ποίημα. Υπάρχουν λιγότερο ή περισσότερο εμφανείς αναφορές στη Virginia Woolf, την Jean Rhys, τη Gertrude Stein και αρκετούς άλλους συγγραφείς εκείνης της περιόδου. Η τρίτη ενότητα οφείλει πολλά σε κάποιους συγγραφείς της Νέας Δημοσιογραφίας, όπως η Lillian Ross και, κυρίως, η Joan Didion.

Στην Παρακαταθήκη υπάρχουν αμέτρητες αναφορές στη βρετανική και την αμερικανική λογοτεχνία των τελευταίων εκατό ετών. Έκανα επίσης εκτενή αρχειακή έρευνα και μελέτησα αμέτρητα έγγραφα που είχαν γράψει σύζυγοι πραγματικών μεγιστάνων. Ήταν πολύ συγκινητικό να ακούς τις φωνές τους, πολλές από τις οποίες δεν είχαν ακουστεί επί έναν αιώνα (ήταν σαφές ότι κανένας δεν είχε διαβάσει ποτέ αυτά τα χειρόγραφα).

Σε άλλες συνεντεύξεις έχετε αναφέρει ότι, κατά την έρευνα για το βιβλίο, συνειδητοποιήσατε πως όλες οι αφηγήσεις γύρω από τον μεγάλο πλούτο ήταν από τη σκοπιά των αντρών. Αυτό είναι κάτι που θέλατε να παρουσιάσετε ή να διορθώσετε στην Παρακαταθήκη;

Η πολιτική εξουσία βασίζεται πάντα στην οικονομική ισχύ – και οι δύο βασίζονται για τη διαιώνισή τους στη δύναμη της αφήγησης. Ανατρέχοντας στο παρελθόν, οι γυναίκες είχαν αποκλειστεί από τη συμμετοχή στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Μόλις τη δεκαετία του ’60 στις ΗΠΑ και το 1975 στο Ηνωμένο Βασίλειο επιτράπηκε στις γυναίκες να ανοίξουν τραπεζικό λογαριασμό στο όνομά τους, χωρίς ο σύζυγος ή ο πατέρας τους να συνυπογράψει. Το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης δέχτηκε την πρώτη γυναίκα το 1967, ενώ στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου κάτι τέτοιο συνέβη το 1973.

Αυτά τα δύο παραδείγματα μας βοηθούν να καταλάβουμε γιατί δεν υπάρχει συμμετοχή των γυναικών στον ακραίο πλούτο. Οι μύθοι αφορούν πάντα έναν αυτοδημιούργητο άντρα. Και στις ματαιόδοξες αυτοβιογραφίες των χρηματιστών και των ισχυρών προσωπικοτήτων του επιχειρηματικού γίγνεσθαι οι γυναίκες γύρω τους περιορίζονται συνήθως στους ρόλους της συζύγου και της γραμματέα – δύο στερεότυπα που η Παρακαταθήκη έχει στόχο να ανατρέψει. Ήταν πιεστική η ανάγκη να θίξω αυτό τον αποκλεισμό, αυτή την απόλυτη διαγραφή. Ο μισογυνισμός σε όλο το ιδεολογικό φάσμα (ένας από τους βασικούς χαρακτήρες, ένας Ιταλός αναρχικός, ενσαρκώνει ένα συγκεκριμένο είδος «επαναστατικού σεξισμού») είναι το πρωταρχικό μέλημα του μυθιστορήματος.

Κάποιος κριτικός τόνισε ότι η Παρακαταθήκη είναι «ένα από εκείνα τα μυθιστορήματα που εύκολα μπορούν να ξεγελάσουν τον αναγνώστη» και χαίρεται να μας δείχνει πόσο αφελείς είμαστε. Είναι τόσο διασκεδαστικό όσο ακούγεται;

Έχει πολλή πλάκα! Παίρνω όμως πολύ σοβαρά τις ηθικές επιπτώσεις της αφήγησης. Κι ενώ παροτρύνω απροκάλυπτα τους αναγνώστες να αμφισβητήσουν τις εικασίες που κάνουν αρχίζοντας να διαβάζουν ένα κείμενο (και τον βαθμό ειλικρίνειας που είναι διατεθειμένοι να αποδώσουν σε αυτό), είμαι επίσης πολύ προσεκτικός ώστε να μην εξαπατήσω κανέναν ή να μην υπαινιχθώ σε κάποιο σημείο ότι είναι «αφελείς».

Πιστεύω ότι υπάρχει μια ηθική διάσταση στο πώς μια αφήγηση διαχειρίζεται τη γνώση. Παρά τις ανατροπές που μπορεί να συμβαίνουν στο βιβλίο, πολλές από τις ενδείξεις υπάρχουν από νωρίς. Και αν το μυθιστόρημα αλλάζει οπτικές και φωνές, αυτό συμβαίνει επειδή η Παρακαταθήκη είναι μια προσπάθεια διερεύνησης της φύσης της ίδιας της αφήγησης.

Μου αρέσει να διαβάζω και ελπίζω να γράφω μυθοπλασία που μας καλεί να αναλογιστούμε τι μπορεί να είναι η λογοτεχνία. Αυτό συνεπάγεται πρόκληση των συμβάσεων, αντιμετωπίζοντας παράλληλα τον αναγνώστη με σεβασμό. Με ενδιαφέρει η λογοτεχνία που παίρνει στα σοβαρά τον αναγνώστη. Στην πραγματικότητα θεωρώ πάντα ότι ο συνομιλητής μου είναι πολύ πιο έξυπνος από μένα.

Γράψατε ένα βιβλίο για τον Μπόρχες κι έχετε μυηθεί στη λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία. Μήπως η παιχνιδιάρικη διάθεση που υπάρχει στο έργο σας έχει τις ρίζες της σε αυτό το αναγνωστικό υπόβαθρο;

Ο Μπόρχες με έχει διαμορφώσει όχι μόνο ως αναγνώστη και συγγραφέα αλλά και ως άνθρωπο. Η παιχνιδιάρικη διάθεσή του, η περιφρόνηση κάθε είδους ταξινομήσεων και η εμμονή του με τις πλαισιωμένες αφηγήσεις είναι μερικές από τις πτυχές του έργου του που με έχουν επηρεάσει.

Τι διαβάζετε αυτή την περίοδο;

Διαβάζω όλα τα βιβλία της μακράς λίστας για το βραβείο Booker. Είχα διαβάσει και λατρέψει τρία από αυτά προτού ανακοινωθεί η μακρά λίστα. Τώρα όμως αναπληρώνω το κενό και δηλώνω γοητευμένος.

Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στον επίσημο ιστότοπο του Βραβείου Booker τον Ιούλιο του 2022.

Βρείτε το βιβλίο του Hernán Díaz ΕΔΩ

Comments

Leave your comment