Μπέρδεμα στο Χάρλεμ

Whitehead Colson

Πωλητές με έπιπλα σε τιμή ευκαιρίας, νταβατζήδες και ντίλερς που πουλάνε την πρέζα κοντά στους σταθμούς του μετρό στο Χάρλεμ για τους κουστουμάτους λευκούς από το κεντρικό Μανχάταν, πλαστογράφοι επιταγών και ευκαιριακοί σκηνοθέτες πορνό, κλεφτρόνια, πρώην μαύροι μισθοφόροι που είχαν συνηθίσει από μικροί τη βία, είναι μερικοί από τους πρωταγωνιστές της εντυπωσιακής σάγκας του Κόλσον Γουάιτχεντ για το μαύρο μεγαλείο του Χάρλεμ, τον κόσμο της παρανομίας και του περιθωρίου, που ωστόσο ήταν φτιαγμένος από τα απτά υλικά των αληθινών ανθρωπίνων σχέσεων, υπακούοντας στους άγραφους νόμους της μαύρης κοινότητας.

Στη Νέα Υόρκη του '60, όπου η φτώχεια, οι απανωτοί διωγμοί και η παρανομία θεωρούνταν δεδομένα για τους κατοίκους στα πέριξ της 125ης οδού, όπου ακόμα και τα ταξίδια ήταν σχεδόν απαγορευμένα για τους μαύρους –συγκλονιστικές οι περιγραφές για τα ειδικά πρακτορεία που υποδείκνυαν ποια μέρη είναι σχετικά ασφαλή και ποια εστιατόρια ή μπαρ δέχονταν «έγχρωμους πελάτες»– ο Ρέι Κάρνεϊ, πρωταγωνιστής του βιβλίου «Μπέρδεμα στο Χάρλεμ», που αναμένεται να κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες από τις εκδόσεις Ίκαρος σε μετάφραση Μυρσίνης Γκανά, (αρχικός τίτλος Harlem Shuffle, από το ομώνυμο R&B τραγούδι που δόξασαν οι Rolling Stones) πιστεύει ότι μπορεί να γλυτώσει από την ασφυχτική του μοίρα: διατηρεί μαγαζί με έπιπλα, είναι παντρεμένος με την όμορφη και σχετικά προνομιούχα Ελίζαμπεθ η οποία είναι έγκυος στο δεύτερο τους παιδί και ονειρεύεται μια ανέλιξη στην κοινωνική κλίμακα, όπως ένα σπίτι στο πανέμορφο σκηνικό του Ρίβερσάιντ Ντράιβ. Διαβάζει μάλιστα, μεταξύ άλλων, τις «Μεγάλες προσδοκίες» του Μπαλζάκ –ένα κλείσιμο του ματιού του Γουάιτχεντ στον αναγνώστη– και για να εξασφαλίσει λίγα παραπάνω χρήματα πού και πού «ξεπλένει» τα κλοπιμαία του ξαδέλφου του Φρέντι, με τον οποίο έχουν μεγαλώσει μαζί από παιδιά.

Κάπως έτσι, βρίσκεται κάποια στιγμή μπλεγμένος στην υπόθεση της ληστείας του ξενοδοχείου Theresa, γνωστού και ως Waldorf του Χάρλεμ, αφού ήταν από τα ελάχιστα πολυτελή μέρη όπου επιτρεπόταν να συχνάζουν μαύροι και από όπου είχαν περάσει όλοι οι διάσημοι τζαζίστες της εποχής.

Αυτή η εμπλοκή είναι τελικά που θα κινητοποιήσει μια σειρά από σημαντικά γεγονότα, μια καλή αφορμή για τον συγγραφέα να ακολουθήσει την εσωτερική μεταμόρφωση ή μάλλον παραμόρφωση του ήρωα του αλλά και να μας μεταφέρει μια ανάγλυφη τοιχογραφία των πιο σημαντικών γεγονότων της εποχής.

Ξετυλίγοντας την αφήγηση σε τρία μέρη αλλά και σε υποκεφάλαια που εναλλάσσονται σαν πλάνα σεκάνς, ο Γουάιτχεντ στήνει με εξαίσια παράτολμο τρόπο τη δική του μαύρη, εντελώς δαντική στη σύλληψή της, κατάβαση στην κόλαση με το προυγκατόριο και τον παράδεισο, με πρώτα υλικά τα πραγματικά πρόσωπα του Μεγάλου Μήλου και του περιθωρίου του.

Ενίοτε μάλιστα τα όρια όχι μόνο παραδείσου και κόλασης αλλά παρανομίας και νομιμότητας είναι κάπως αχνά, ειδικά όταν αρχίζουν να ξεδιπλώνονται στις σελίδες του βιβλίου οι μεγάλες θηριωδίες κατά των μαύρων που οδήγησαν στις εξεγέρσεις τη δεκαετία του '60, αποκαλύπτοντας την «παράνομη» δράση του επίσημου κράτους: πογκρόμ, διώξεις και δολοφονίες που ωστόσο δεν προβάλλονται από τον συγγραφέα σε πρώτο πλάνο με δραματοποιημένο ύφος αλλά υπάρχουν σαν ένα ολοζώντανο ταμπλό βιβάν που πολλές φορές, μάλιστα, αφήνει τον κάπως σολιψιστή πρωταγωνιστή του αδιάφορο.

Ο ατομικισμός που φτάνει να εξαντλείται στην εμμονή της επιτυχίας δεν είναι άλλωστε –και αυτό ο Γουάιτχεντ το ξέρει καλά– μόνο προνόμιο των WASPs αλλά όλων όσοι νομίζουν ότι αυτή η πόλη ή αυτή η κοινότητα υπάρχει ξέχωρα από την κοινή μοίρα.

Συντριπτικές, επίσης, οι περιγραφές του από τo Χάρλεμ της εποχής σε αυτήν τη σάγκα των μαύρων πρωταγωνιστών με τις υπαρξιακές προεκτάσεις, και με αυτή την κοφτερή γλώσσα, που ακριβώς όπως στα «Αγόρια του Νίκελ», κόβει κι εδώ την ανάσα. Μόνο που εδώ το ύφος είναι πιο γλαφυρό και ποτισμένο με έντονο χιούμορ, ένας αδιόρατος φόρος τιμής στο παλιό νουάρ. 

Ενίοτε, όμως, διαφαίνεται η ανάγκη του Γουάιτχεντ να μετατρέψει όλους αυτούς τους άφατους πρωταγωνιστές σε επιβλητικούς ήρωες ενός συμπαγούς υπαρξιακού μυθιστορήματος που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τα μεγάλα αμερικανικά μυθιστορήματα και κυρίως που κρύβει μια πολύτιμη παρακαταθήκη-φόρο τιμής για τον μαύρο πληθυσμό του Χάρλεμ. Άνθρωποι τους οποίους για χρόνια οι συγγραφείς προσπερνούσαν και στους οποίους δεν έριχνε κανείς τον προβολέα σαν στέκονται στα περιθώρια των δρόμων αρνούμενοι να επιστρέψουν «στα αποπνικτικά δωμάτια, στους χαλασμένους νεροχύτες και στις γεμάτες μυγοπαγίδες, τις συσσωρευμένες υπενθυμίσεις της θέσης σου στην τάξη του κόσμου. Αθέατοι στις ταράτσες, οι κάτοικοι των παραλιών από πίσσα κοιτούσαν τα φώτα από τις γέφυρες και τα νυχτερινά αεροπλάνα».

Σε αυτούς δίνει λόγο και φωνή μέσα από ένα μυθιστόρημα με ψυχή, ένα μαύρο χρυσωρυχείο στην καρδιά του χάους της αμερικανικής μυθοπλασίας από έναν εξαίρετο συγγραφέα που δεν έχει τιμηθεί τυχαία με το Πούλιτζερ και το Kirkus Prize ενώ έχει υπάρξει υποψήφιος με το US National Book Award.

Ταυτότητα

Τίτλος: Μπέρδεμα στο Χάρλεμ

Συγγραφέας: Whitehead Colson

Μεταφραστής: Μυρσίνη Γκανά

Βρείτε το βιβλίο ΕΔΩ

Συντάκτης άρθρου: Τίνα Μανδηλαρά / "Lifo"

Comments

Leave your comment