Οι μέρες που έχτισαν την ιστορία

Larson Erik

Οι άνθρωποι δεν έχουν –ευτυχώς γι’ αυτούς, επειδή διαφορετικά η ζωή θα ήταν αφόρητη– το χάρισμα να προβλέπουν ή να προλέγουν σε μεγάλο βαθμό την πορεία των γεγονότων – Ουίνστον Τσόρτσιλ.

10 Μαΐου 1940 έως τις 10 Μαΐου 1941. Πρώτη χρονιά πρωθυπουργίας του Ουίνστον Τσόρτσιλ: Ατελείωτες νύχτες βομβαρδισμών και εντατικών νυχτερινών επιδρομών. Νύχτες φρικτές.

Τον Μάιο του 1940, ο Ουίνστον Τσόρτσιλ -αφού κλήθηκε από τον βασιλιά- διαδέχτηκε τον Νέβιλ Τσάμπερλεν στην αρχηγία μιας κυβέρνησης συνασπισμού και προέβη στο διάσημο διάγγελμα του προς τον Βρετανικό λαό:

«Δεν έχω τίποτε να σας προσφέρω εκτός από αίμα, μόχθο, δάκρυα και ιδρώτα. Έχουμε μπροστά μας ένα μαρτύριο της πιο οδυνηρής μορφής. Έχουμε μπροστά μας πολλούς, πολλούς μήνες αγώνα και πόνου. Ρωτάτε: «Ποια είναι η πολιτική μας;» Μπορώ να πω ότι είναι το να διεξαγάγουμε πόλεμο από θαλάσσης, ξηράς και αέρος, με όλες τις εσωτερικές μας δυνάμεις και μ” όλη τη δύναμη που μπορεί να μας δώσει ο Θεός. Να διεξαγάγουμε πόλεμο εναντίον μιας τερατώδους τυραννίας, που κανείς ποτέ δεν την έχει υπερβεί στο σκοτεινό, αξιολύπητο κατάλογο της ανθρώπινης εγκληματικότητας. […] Ρωτάτε: «Ποιος είναι ο σκοπός;» Μπορώ ν” απαντήσω με μια λέξη. Είναι η νίκη. Νίκη με κάθε κόστος, νίκη παρ” όλο τον τρόμο, νίκη, όσο μακρύς και σκληρός κι αν είναι ο δρόμος. Γιατί χωρίς νίκη, δεν υπάρχει επιβίωση. Αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό. Καμία επιβίωση για τη Βρετανική Αυτοκρατορία, καμία επιβίωση για όλα όσα αντιπροσωπεύει η Βρετανική Αυτοκρατορία».

Ο διορισμός του Τσόρτσιλ έγινε σε μια δύσκολη εποχή. Το έργο που τον περίμενε ήταν τεράστιο. Μέσα του ήταν ενθουσιασμένος. Είχε ζήσει ολόκληρη τη ζωή του για τη στιγμή αυτή. Το γεγονός ότι είχε έρθει σε τόσο σκοτεινούς καιρούς δεν είχε σημασία. Στο κάτω κάτω έκανε τον διορισμό του ακόμα πιο εξαίσιο.

Αργά εκείνη τη νύχτα του διορισμού, ο Τσόρτσιλ ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, αναζωογονημένος από μια συναρπαστική αίσθηση πρόκλησης και ευκαιρίας. «Στη μακρόχρονη πολιτική μου καριέρα», έγραψε, «διορίστηκα στις περισσότερες από τις μεγάλες θέσεις του Κράτους, αλλά παραδέχομαι πρόθυμα ότι η θέση που μου είχε τύχει τώρα ήταν εκείνη που μου άρεσε περισσότερο απ’ όλες» . Το να εποφθαλμιά κάποιος την εξουσία για χάρη της εξουσίας ήταν μια «ποταπή» επιδίωξη, έγραψε, προσθέτοντας: «…αλλά η εξουσία σε μια εθνική κρίση, όταν κάποιος πιστεύει ότι ξέρει ποιες διαταγές πρέπει να δοθούν, είναι ευλογία».

Ένιωθε μεγάλη ανακούφιση. «Επιτέλους είχα την εξουσία να δίνω οδηγίες σε ολόκληρη τη σκηνή . Ένιωθα σαν να περπατούσα με το πεπρωμένο και ότι όλη η προηγούμενη ζωή μου ήταν απλώς μια προετοιμασία γι’ αυτή την ώρα και γι’ αυτή τη δοκιμασία. … Αν και ανυπομονούσα να έρθει το ξημέρωμα, κοιμήθηκα βαθιά και δεν είχα ανάγκη από όνειρα που να με χαροποιήσουν. Τα γεγονότα είναι καλύτερα από τα όνειρα».

Αυτό που ήθελε περισσότερο να δώσει ήταν η δράση – δράση σε όλους τους τομείς, από το γραφείο έως το πεδίο της μάχης. Αυτό που ήθελε κυρίως ήταν να πάρει η Βρετανία την πρωτοβουλία της επίθεσης στον πόλεμο, να κάνει κάτι, οτιδήποτε, να φέρει τον πόλεμο απευθείας σ’ «εκείνο τον κακό άνθρωπο», όπως προτιμούσε να αποκαλεί τον Αδόλφο Χίτλερ.

Στον αριθμό 10 της Ντάουνινγκ Στριτ, λοιπόν, υπήρχε μια απροκάλυπτη αυτοπεποίθηση ότι υπό την ηγεσία του η Βρετανία θα κέρδιζε τον πόλεμο, παρότι οποιαδήποτε αντικειμενική εκτίμηση θα έλεγε ότι δεν είχε την παραμικρή πιθανότητα. Ο Τσόρτσιλ ήξερε ότι η πρόκληση που αντιμετώπιζε τώρα ήταν να κάνει όλους τους άλλους να το πιστέψουν κι αυτοί – τους συμπατριώτες του, τους διοικητές του, τους υπουργούς του, και, το πιο σημαντικό απ’ όλα, τον Αμερικανό πρόεδρο, Φράνκλιν Ντ. Ρούζβελτ. Ευθύς εξαρχής, ο Τσόρτσιλ κατανόησε μια θεμελιώδη αλήθεια για τον πόλεμο: ότι δεν μπορούσε να τον κερδίσει χωρίς τη συμμετοχή, τελικά, των Ηνωμένων Πολιτειών. Αν η Βρετανία έμενε μόνη της, πίστευε, θα κατάφερνε να αντέξει και να καθυστερήσει τους Γερμανούς, αλλά μόνο η βιομηχανική δύναμη και το ανθρώπινο δυναμικό της Αμερικής θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν την τελική εκρίζωση του Χίτλερ και του εθνικοσοσιαλισμού.

Εκείνο που τα έκανε όλα αυτά ακόμα πιο δύσκολα ήταν ότι ο Τσόρτσιλ έπρεπε να εκπληρώσει τους σκοπούς αυτούς γρήγορα, προτού ο Χίτλερ επικεντρώσει όλη του την προσοχή στην Αγγλία.

Το πρώτο 24ωρο της θητείας του

Ο Τσόρτσιλ στρώθηκε αμέσως στη δουλειά με τη νέα του ιδιότητα, ενθαρρύνοντας πολλούς, αλλά επιβεβαιώνοντας τις πιο φρικτές ανησυχίες άλλων.

Τις πρώτες είκοσι τέσσερις ώρες της θητείας του, αποκαλύφθηκε ότι ο Τσόρτσιλ ήταν ένας πολύ διαφορετικός πρωθυπουργός. Ήταν εντυπωσιακός, δραστήριος και εντελώς απρόβλεπτος. Μία από τις πρώτες πράξεις του Τσόρτσιλ ήταν να ιδρύσει το Υπουργείο Άμυνας και να το αναλάβει ο ίδιος, γεγονός που ώθησε έναν αξιωματούχο, ο οποίος αποχώρησε από τη θέση του, να γράψει στο ημερολόγιό του: «Ο Θεός να μας φυλάει» . Το πόστο ήταν καινούριο, και μέσω αυτού ο Τσόρτσιλ θα επέβλεπε τους αρχηγούς του επιτελείου που ήλεγχαν τον στρατό, το ναυτικό και την αεροπορία. Τώρα είχε τον πλήρη έλεγχο του πολέμου, αλλά και την απόλυτη ευθύνη.

Κινήθηκε γρήγορα για να σχηματίσει την κυβέρνησή του, κάνοντας επτά σημαντικούς διορισμούς έως το μεσημέρι της επόμενης μέρας. Κράτησε τον λόρδο Χάλιφαξ στη θέση του υπουργού Εξωτερικών και, σε μια πράξη μεγαλοψυχίας και αφοσίωσης, συμπεριέλαβε στην κυβέρνηση και τον Τσάμπερλεν, διορίζοντάς τον λόρδο πρόεδρο του συμβουλίου, μια θέση με ελάχιστο φόρτο εργασίας που χρησίμευε ως γέφυρα ανάμεσα στην κυβέρνηση και στον βασιλιά. Αντί να κάνει αμέσως έξωση στον Τσάμπερλεν από την πρωθυπουργική κατοικία στον αριθμό 10 της Ντάουνινγκ Στριτ, ο Τσόρτσιλ αποφάσισε να παρατείνει για λίγο τη διαμονή του στο Ναυαρχείο, την τρέχουσα κατοικία του, ώστε να δώσει χρόνο στον Τσάμπερλεν για μια αξιοπρεπή έξοδο. Πρόσφερε στον Τσάμπερλεν το διπλανό σπίτι, στον αριθμό 11 της Ντάουνινγκ Στριτ, στο οποίο ο Τσάμπερλεν έμενε τη δεκαετία του 1930 όταν ήταν υπουργός Οικονομικών.

Ένας νέος ηλεκτρισμός ζωντάνεψε το Γουάιτχολ. Σιωπηλοί διάδρομοι ξύπνησαν. «Ήταν σαν η μηχανή να είχε αποκτήσει μέσα σε μία νύχτα ένα ή δύο καινούρια γρανάζια, ικανά για ταχύτητες πολύ υψηλότερες απ’ ό,τι είχαν ποτέ θεωρήσει πως ήταν δυνατόν να αναπτύξει», έγραψε ο Έντουαρντ Μπρίτζες (Edward Bridges) , γραμματέας του Πολεμικού Συμβουλίου. Αυτή η νέα ενεργητικότητα, ασυνήθιστη και ανησυχητική, διέτρεξε όλα τα γραφειοκρατικά στρώματα, από την πιο χαμηλόβαθμη δακτυλογράφο έως τον παλαιότερο υπουργό. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο αριθμός 10 απέκτησε μια καινούρια δυναμική. Την εποχή του Τσάμπερλεν, ο ρυθμός της εργασίας δεν είχε αλλάξει ούτε καν με την κήρυξη του πολέμου, σύμφωνα με τον Τζον Κόλβιλ· ο Τσόρτσιλ όμως ήταν ένα δυναμό. Προς μεγάλη έκπληξη του Κόλβιλ, «έβλεπε κανείς αξιοσέβαστους δημόσιους υπαλλήλους να τρέχουν στους διαδρόμους».

Για τον Κόλβιλ και τους συναδέλφους του στην ιδιαίτερη γραμματεία του Τσόρτσιλ, ο φόρτος εργασίας αυξήθηκε σε αφάνταστα μέχρι τότε επίπεδα. Ο Τσόρτσιλ εξέδιδε οδηγίες και εντολές σε σύντομα υπομνήματα γνωστά ως «πρακτικά», που υπαγόρευε σε κάποια από τις δακτυλογράφους, μία εκ των οποίων ήταν πάντα δίπλα του, από τη στιγμή που ξυπνούσε μέχρι που πήγαινε για ύπνο. Γινόταν έξαλλος με τα ορθογραφικά λάθη και τις φράσεις που δεν έβγαζαν νόημα, θεωρώντας ότι ήταν αποτέλεσμα απροσεξίας, αν και στην πραγματικότητα η πρόκληση του να γράφει κάποιος καθ’ υπαγόρευσή του γινόταν ακόμα πιο δύσκολη λόγω ενός ελαφρού ψευδίσματος το οποίο τον έκανε να μπερδεύει τα σίγμα του. Μεταγράφοντας μια ομιλία είκοσι επτά σελίδων, μία δακτυλογράφος, η Ελίζαμπεθ Λέιτον (Elizabeth Layton), που είχε έρθει στην Ντάουνινγκ Στριτ το 1941, προκάλεσε την οργή του επειδή έκανε ένα και μόνο λάθος, γράφοντας «υπουργός (Minister) Αεροπορίας» αντί «υπουργείο (Ministry) Αεροπορίας» , δημιουργώντας άθελά της μια εντυπωσιακή εικόνα: «Ο υπουργός Αεροπορίας ήταν σε κατάσταση χάους από πάνω μέχρι κάτω». Ωστόσο καμιά φορά ήταν δύσκολο να καταλαβαίνει κανείς τον Τσόρτσιλ, ιδιαίτερα το πρωί, όταν υπαγόρευε από το κρεβάτι, σύμφωνα με τη Λέιτον. Παρενέβαιναν επίσης και άλλοι παραμορφωτικοί παράγοντες. «Υπάρχει πάντα εκείνο το πούρο», παρατήρησε, «και συνήθως βηματίζει πάνω κάτω στο δωμάτιο καθώς υπαγορεύει, με αποτέλεσμα άλλοτε να είναι πίσω από την καρέκλα σου και άλλοτε στην άλλη άκρη του δωματίου» .

Καμιά λεπτομέρεια δεν ήταν τόσο ασήμαντη ώστε να μην τραβήξει την προσοχή του, ακόμα και η φρασεολογία και η γραμματική που οι υπουργοί χρησιμοποιούσαν στις αναφορές τους. Δεν έπρεπε να χρησιμοποιούν τη λέξη «αεροδρόμιο», αλλά «αεροπορική βάση»· όχι «αεροπλάνο», αλλά «αεροσκάφος». Ο Τσόρτσιλ επέμεινε ιδιαίτερα ώστε τα υπομνήματα που συνέτασσαν οι υπουργοί να είναι σύντομα και να περιορίζονται σε μία σελίδα μόνο. «Το να μη συμπυκνώνει κανείς τις σκέψεις του είναι σημάδι οκνηρίας», έλεγε .

Αυτή η ακριβής και απαιτητική επικοινωνία επέβαλε σε όλα τα επίπεδα μια νέα αίσθηση ευθύνης για τα γεγονότα και κατάργησε τον ξεπερασμένο τρόπο εργασίας των υπουργών. Τα μηνύματα του Τσόρτσιλ ξεχύνονταν καθημερινά, κατά δεκάδες, πάντα σύντομα και πάντα γραμμένα με ακριβείς όρους. Δεν ήταν ασυνήθιστο γι’ αυτόν να απαιτεί μια απάντηση για ένα σύνθετο θέμα πριν από το τέλος της μέρας. «Οτιδήποτε δεν είχε άμεση σημασία και δεν αποτελούσε λόγο ανησυχίας γι’ αυτόν δεν είχε καμία αξία», έγραψε ο στρατηγός Άλαν Μπρουκ (Alan Brooke) , γνωστός ως «Μπρούκι» στη γραμματεία της Ντάουνινγκ Στριτ. «Όταν ήθελε να γίνει κάτι, οτιδήποτε άλλο έπρεπε να σταματήσει».

Το αποτέλεσμα, παρατήρησε ο Μπρουκ , ήταν «σαν τη δέσμη ενός προβολέα που περιφερόταν αδιάκοπα γύρω γύρω και διείσδυε ακόμα και στα πιο ασήμαντα τμήματα της διοίκησης – με αποτέλεσμα όλοι, όσο ταπεινή κι αν ήταν η θέση τους ή η δουλειά τους, να νιώθουν ότι κάποια μέρα η δέσμη μπορεί να έπεφτε πάνω τους και να φώτιζε αυτό που έκαναν».

Παράλληλα, η άποψη του Τσόρτσιλ για το τι αποτελούσε ένα γραφείο ήταν επεκτατική. Συχνά στρατηγοί, υπουργοί και μέλη του προσωπικού συναντούσαν τον Τσόρτσιλ ενώ ήταν στην μπανιέρα του, ένα από τα αγαπημένα του μέρη εργασίας. Του άρεσε επίσης να εργάζεται στο κρεβάτι και περνούσε ώρες εκεί κάθε πρωί διαβάζοντας επιστολές και αναφορές, με μια δακτυλογράφο έτοιμη για υπαγόρευση. Πάντα παρόν ήταν το Κουτί, ένα μαύρο κουτί με αναφορές, αλληλογραφία και υπομνήματα από άλλους αξιωματούχους που απαιτούσαν την προσοχή του. Οι ιδιαίτεροι γραμματείς του ανανέωναν καθημερινά το περιεχόμενό του.

Μεταξύ άλλων, μέσα από τις ομιλίες του ο Τσόρτσιλ έδειξε ένα εντυπωσιακό χαρακτηριστικό: την ικανότητά του να κάνει τους άλλους να νιώθουν πιο υψηλόφρονες, πιο δυνατοί και κυρίως, πιο γενναίοι. Υπό την ηγεσία του, οι Βρετανοί άρχισαν να βλέπουν τους εαυτούς τους ως «πρωταγωνιστές σε μια μεγαλύτερη σκηνή και ως υπερασπιστές μιας ευγενικής και αήττητης υπόθεσης, για την οποία πολεμούσαν ακόμα και τα αστέρια».

Αυτό το έκανε και σε πιο προσωπικό επίπεδο. Ο επιθεωρητής Τόμσον θυμόταν μια καλοκαιρινή βραδιά στο Τσάρτγουελ, το σπίτι του Τσόρτσιλ στο Κεντ, όταν ο Τσόρτσιλ υπαγόρευε σημειώσεις σε μια γραμματέα. Κάποια στιγμή άνοιξε ένα παράθυρο για να μπει μέσα το δροσερό εξοχικό αεράκι και στο δωμάτιο πέταξε μια μεγάλη νυχτερίδα, που άρχισε να περιφέρεται τρελά εδώ κι εκεί, ορμώντας κάπου κάπου στη γραμματέα. Εκείνη είχε τρομοκρατηθεί· ο Τσόρτσιλ δεν το πρόσεξε. Τελικά παρατήρησε τις σπασμωδικές κινήσεις της και ρώτησε αν συνέβαινε κάτι. Εκείνη επισήμανε ότι η νυχτερίδα –«μια μεγάλη και εξαιρετικά εχθρική νυχτερίδα», έγραψε ο Τόμσον– ήταν στο δωμάτιο.

«Δεν μπορεί να φοβάσαι μια νυχτερίδα, έτσι δεν είναι;» ρώτησε ο Τσόρτσιλ.

Εκείνη όντως φοβόταν.

«Θα σε προστατεύσω εγώ», της είπε. «Συνέχισε τη δουλειά σου».

Ο Τσόρτσιλ μετέδιδε την αίσθηση ότι όλα θα πάνε καλά. Μπορούσε να τους παρασύρει στα δικά του νερά. Στόχος του ήταν να μην παραδοθούν αλλά να υπερασπιστούν τα εδάφη τους, να πολεμήσουν στις θάλαασες και στους ωκεανούς, στον αέρα, στα χωράφια και στους δρόμους, στους λόφους. Με οποιοδήποτε κόστος. Κι αν το κοινό του απέναντι σε αυτά τα λόγια στεκόταν μαγκωμένο, για το πραγματικό ακροατήριο στο οποίο ήθελε να απευθυνθεί -την Αμερική- είχε αδιαμφισβήτητη επιτυχία.

Κι από την άλλη, έστελνε ένα δυνατό μήνυμα στον Χίτλερ, επαναλαμβάνοντας την απόφασή του να συνεχίσει τον πόλεμο.

Μπορεί να γνωρίζουμε πώς τελείωσε ο πόλεμος, αλλά με βεβαιότητα δεν γνωρίζουμε πολλά για την ιστορία ενός εμβληματικού ηγέτη. Αντλώντας υλικό από ημερολόγια, αρχεία και έγγραφα των μυστικών υπηρεσιών –κάποια από τα οποία αποχαρακτηρίστηκαν πολύ πρόσφατα– ο Erik Larson στο βιβλίο του «Οι μέρες που έχτισαν την ιστροία»  μας οδηγεί από τους βομβαρδισμένους δρόμους του Λονδίνου στην πρωθυπουργική κατοικία και στο καταφύγιο του Τσόρτσιλ στην ύπαιθρο, στις προσωπικές του στιγμές με την οικογένειά του και στις συζητήσεις με τους πιο έμπιστους συμβούλους του.

Και συνθέτει με μοναδική ζωντάνια το πορτρέτο ενός αληθινού ηγέτη που, μπροστά στον όλεθρο, μπόρεσε με τη ρητορική, τη στρατηγική του ιδιοφυΐα και το κουράγιο του να κρατήσει ενωμένο έναν λαό – και μια οικογένεια.

Τίτλος: Οι Μέρες που Έχτισαν την Ιστορία

Συγγραφέας: Larson Erik

Μετάφραση: Αλέκος Αντωνίου

Σελίδες: 776

Εκδόσεις: Διόπτρα, 2021

Βρείτε το βιβλίο ΕΔΩ.

Comments

Leave your comment