Τα παιδιά που Έβλεπαν τα Τρένα να Περνούν

Της Έντιθ Νέσμπιτ

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, Παιδιά των Τρένων δεν υπήρχαν. Υποθέτω πως δεν είχαν περάσει από το νου τους τα τρένα, ο υπόγειος σταθμός ήταν γι’ αυτά το μέσο για να πάνε στην παράσταση των Μάγων Μάσκελιν και Κουκ, στον χορό των μεταμφιεσμένων, στον ζωολογικό κήπο ή στο Μουσείο της Μαντάμ Τισό. Ήταν απλά συνηθισμένα παιδιά των προαστίων που ζούσαν με τον πατέρα και τη μητέρα τους σε ένα συνηθισμένο σπίτι με κόκκινα τούβλα στην πρόσοψη, χρωματιστά τζαμάκια στην κύρια είσοδο, έναν πλακόστρωτο διάδρομο που ονομαζόταν χολ, ένα μπάνιο με τρεχούμενο νερό, ζεστό και κρύο, ηλεκτρικά κουδούνια, γαλλικά παράθυρα, πολλή λευκή μπογιά και «όλες τις σύγχρονες ανέσεις». Όπως θα έλεγε και ένας μεσίτης.

Ήταν τρία. Οι μητέρες δεν έχουν προτιμήσεις, εάν όμως η δική τους είχε προτίμηση, ίσως αυτή να ήταν η Ρομπέρτα, η μεγαλύτερη. Ύστερα ακολουθούσε ο Πίτερ που ήθελε να γίνει μηχανικός, και η μικρότερη, η Φίλις, ένας καλοπροαίρετος μπελάς.

Η Ρομπέρτα- ή όπως την αποκαλούσαν Μπόμπι, ο Πίτερ και η Φίλις ήταν τρία τυχερά παιδιά που απολάμβαναν τη φροντίδα, την ασφάλεια και την αγάπη. Δεν τους έλλειπε απολύτως τίποτα. Η μητέρα τους διάβαζε ιστορίες και τα βοηθούσε στις εργασίες τους. Ο πατέρας ήταν ευγενικός και πάντα έτοιμος να παίξει μαζί τους. θα σκεφτεί κανείς πως θα έπρεπε να είναι πολύ ευτυχισμένα. Και πραγματικά ήταν. Μέχρι που η όμορφη ζωή τους θα άλλαζε ριζικά.

Αργά ένα βράδυ, την ώρα που τα παιδιά ετοιμάζονταν για ύπνο, δύο μυστηριώδης άνδρες θα θελήσουν να δουν τον πατέρα τους. Εκείνος θα αναγκαστεί να τους ακολουθήσει. Η μητέρα θα πει στα τρία παιδιά πως ο πατέρας τους έφυγε  για «κυβερνητικές δουλειές» που θα τον κρατήσουν μακριά για αρκετό καιρό……ή τουλάχιστον έτσι νομίζουν. Η άξαφνη φυγή του πατέρα θα οδηγήσει τη μητέρα στη στεναχώρια και την κατάθλιψη που τελικά θα την αναγκάσουν να λάβει μια αναπόφευκτη απόφαση.

Λοιπόν αγάπες μου, όλα έχουν κανονιστεί. Θα αφήσουμε αυτό το σπίτι και θα πάμε στην εξοχή, σε ένα πανέμορφο λευκό σπιτάκι. Είμαι σίγουρη ότι θα το λατρέψετε.

Το νέο τους σπίτι στις Τρεις Καμινάδες του  Γιορκσάιρ δεν είχε καμία σχέση με το ζεστό και άνετο σπίτι του Λονδίνου. Τα παιδιά θα απογοητευτούν, όμως όταν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου ρίξουν το φως τους, θα μαγευτούν από το τοπίου και πιο συγκεκριμένα  από τη σιδηροδρομική γραμμή και το μαύρο στόμα ενός τούνελ, που φαινόταν να τα καλεί για να τους αποκαλύψει τα μυστικά του. Η ιδέα να κατέβουν στις ράγες γοήτευε τα τρία παιδιά. Ίσως να στεκόντουσαν τυχερά και να έβλεπαν κάποιο τρένο.

«Ω! Ήταν ένας δράκος», είπε η Ρομπέρτα παίρνοντας μια βαθιά ανάσα. «Νιώσατε τον ζεστό αέρα από τα φτερά του;».

«Υποθέτω πως απ’ έξω η δρακοφωλιά πρέπει να μοιάζει πολύ με το τούνελ», είπε η Φίλις.

«Δεν είχα φανταστεί ποτέ ότι θα πλησιάζαμε τόσο κοντά σε κάποιο τρένο. Τέλειο! Φώναξε ενθουσιασμένος ο Πϊτερ.

Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα. Κάθε πρωί καθισμένα στον φράχτη, τα τρία παιδιά πε­ρίμεναν τον Πράσινο Δράκο των 9.15 κι εκείνος συνεπής στο ραντεβού τους, έβγαινε σφυρίζοντας μέσα από το σκοτεινό τούνελ. Τότε τα παιδιά τον καλωσόριζαν κυματίζοντας τα μαντίλια τους στον αέρα. Όμως όπως φαίνεται δεν ήταν ο μόνος που συμμετείχε σε αυτό το άτυπο ραντεβού. Καθώς το τρένο πλησίαζε στο σταθμό, ένα χέρι ξεπρόβαλε από το βαγόνι της πρώτης θέσης, ανταποδίδοντας τον χαιρετισμό. Ήταν ένας ηλικιωμένος κύριος με ψηλό καπέλο.

«Εάν ήταν αληθινός δράκος θα τον σταματούσαμε και θα του λέγαμε να μεταφέρει στον πατέρα την αγάπη μας».

Σιγά σιγά τα παιδιά θα ανακαλύψουν πως η ζωή στην επαρχία είναι όμορφη και τους προσφέρει πολλές και διαφορετικές ευκαιρίες. Θα γίνουν φίλοι με τον σταθμάρχη, τον παράξενο κύριο των 9.15, τους κατοίκους του μικρού χωριού, τον γιατρό, τον άγνωστο Ρώσσο συγγραφέα, τον Τζιμ με το κόκκινο πουλόβερ,  και θα ξεκινήσουν ένα νέο περιπετειώδες ταξίδι ανακάλυψης της ίδιας της ζωής. Όμως ένα είναι το ερώτημα που τους βασανίζει. Που είναι ο πατέρας τους; Άραγε θα γυρίσει ποτέ;

Η σπουδαία Βρετανή συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας των αρχών του 20 αιώνα, Edith Nesbit, δημιουργεί ένα υπέροχο, τρυφερό, κάποιες φορές σκληρό και ρεαλιστικό αφήγημα, μακριά από τη σφαίρα της φαντασίας χωρίς δράκους, μάγισσές και πριγκίπισσες, ανατρέποντας τα μέχρι τότε δεδομένα της παιδικής-εφηβικής λογοτεχνίας. Επιλέγει τρία παιδιά, της τότε σύγχρονης εποχής και τους δίνει την ευκαιρία, μέσα από ένα περιπετειώδες ταξίδι να βρουν τη χαρά, το όνειρο και την ελπίδα μέσα στην πολλές φορές σκληρή καθημερινότητα της ζωής.

Κάτω από τη αθώα και άδολη ματιά των τριών παιδιών δοσμένη με ώριμη λογική και ρεαλιστική πνοή, η συγγραφέας με χιούμορ, αγάπη, θλίψη, απογοήτευση, ενσυναίσθηση, σεβασμό και τρυφερότητα, θίγει θέματα τόσο επίκαιρα, όπως η αδικία, οι επιπτώσεις της αλλαγής των οικονομικών συνθηκών, την αποδοχή ή η απαξίωση του κόσμου. Όμως παράλληλα τονίζει τη σημασία της αλληλεγγύης, της συνεργασίας, της ανθρωπιάς και της φιλίας.

 «Νομίζω πως όλοι στον κόσμο είναι φίλοι σου εάν τους κάνεις να δούν ότι είσαι κι εσύ δικό τους φίλος», είπε η Μπόμπι.

Τα Παιδιά που έβλεπαν τα Τρένα να περνούν, της Edith Nesbit,  κυκλοφόρησε αρχικά το 1905, σε επεισόδια που δημοσιεύονταν στο The London Magazine και για πρώτη φορά σε μορφή βιβλίου το 1906. Από τότε έχει προσαρμοστεί αρκετές φορές για τη μικρή και τη μεγάλη οθόνη, για το ραδιόφωνο και για το θέατρο, με πιο γνωστή τη μεταφορά του, το 1970 με την ταινία The Railway children.

Η συγγραφέας εμπνεύστηκε από τους περιπάτους της στο σιδηροδρομικό σταθμό του Chelsfield, κοντά στην περιοχή που ζούσε και παρακολουθούσε την κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής και της σήραγγας μεταξύ Chelsfield και Knockholt. Επίσης ο υπόθεση Dreyfus, που είχε απασχολήσει τη δημοσιότητα λίγα χρόνια πριν, ο Ρωσο-Ιαπωνικός πόλεμος και η στάση της Αγγλίας (Φεβρουάριος 1904-Σεπτέμβριος 1905),  καθώς και οι δύο φίλοι της, Ρώσσοι συγγραφείς Sergius Stepniak και Peter Kropotkin έχουν εμφανώς επηρεάσει την πλοκή της ιστορίας.

Τα παιδιά που βλέπουν τα τρένα να περνούν, παρόλο που έχει χαρακτηριστεί ως παιδικό βιβλίο, νομίζω ότι θα μπορούσε να το απολαύσει κάθε ηλικία, καθώς η λογοτεχνία δεν έχει όριο ηλικίας και το συγκεκριμένο βιβλίο είναι ένα δείγμα καθαρής λογοτεχνίας.

Η  επιλογή του σκληρόδετου εξώφυλλου, όπως και στο βιβλίο της Λου Κουένζλερ, Τα παιδιά που Έβλεπαν τα Τρένα να Περνούν - Η επιστροφή, ενδυναμώνει την αίσθηση ότι κρατάς στα χέρια σου ένα λογοτεχνικό έργο που αποπνέει τη μυρωδιά παλιού κλασικού βιβλίου. Και τέτοιο είναι!

Τίτλος: Τα παιδιά που Έβλεπαν τα Τρένα να Περνούν

Συγγραφέας: Έντιθ Νέσμπιτ

Μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου, Δέσποινα Δρακάκη

Εκδόσεις: Διόπτρα, Νοέμβριος 2020

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο: www.elniplex.com

Comments

Leave your comment