Η ιστοσελίδα μας παρέχει την καλύτερη δυνατή εμπειρία με τη χρήση cookies. Συνεχίζοντας την πλοήγηση στην ιστοσελίδα, συναινείτε στην χρήση cookies από εμάς. ΑΠΟΔΟΧΗ

Αλμπέρτο Μοράβια

Posted By: Bookstore Administrator In: Τα νέα από το blog μας On: Sunday, February 9, 2020 Comment: 0 Hit: 301

Το πρώτο μυθιστόρημά του

Οι Αδιάφοροι (1929) είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Αλμπέρτο Μοράβια, ενός συγγραφέα ο οποίος άφησε έντονο το στίγμα του στην ιταλική και γενικότερα στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία, και δικαίως θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της. Γεννιέται στη Ρώμη το 1907, ενώ σε ηλικία εννέα ετών λόγω σοβαρής ασθένειας καθηλώνεται στο κρεβάτι για πέντε χρόνια. Για να αντισταθμίσει την εκ των πραγμάτων αδυναμία του να φοιτήσει στο σχολείο, διαβάζει συνεχώς και σταδιακά αρχίζει να γράφει και ο ίδιος. Ξεκινάει με ποιήματα και διηγήματα και στη συνέχεια καταπιάνεται με τους Αδιάφορους, τους οποίους ολοκληρώνει σε τρία χρόνια και τελικά τους εκδίδει με δικά του έξοδα γιατί κανείς δεν αναλαμβάνει να εκδώσει το έργο κάποιου άγνωστου συγγραφέα. Η έκδοση του μυθιστορήματος γνωρίζει επιτυχία και μάλιστα το 1964 μεταφέρεται στον κινηματογράφο με πρωταγωνιστή τον Ροντ Στάιγκερ.

Ακολουθούν πάμπολλα διηγήματα, μυθιστορήματα, δοκίμια, σενάρια για τον κινηματογράφο, θεατρικά έργα και συνεργασίες με περιοδικά και εφημερίδες. Υφίσταται λογοκρισία και απαγόρευση έκδοσης κάποιων έργων του μέχρι το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ αναγκάζεται να εγκαταλείψει για ένα διάστημα τη χώρα του, για να μην συλληφθεί. Γενικότερα κάνει πολλά ταξίδια και διαμένει για μεγάλα χρονικά διαστήματα στις χώρες που επισκέπτεται. Εργάζεται ως ειδικός απεσταλμένος της Corriere della Serra στην Αφρική. Το 1945 κερδίζει για τον Αυγουστίνο το Corriere Lombardo, το πρώτο λογοτεχνικό βραβείο μετά τον πόλεμο, το 1952 το βραβείο Strega για τα Διηγήματα, το 1954 το βραβείο Marzotto για τα Ρωμαϊκά διηγήματα, το 1961 το Βραβείο Viareggio για την Πλήξη και το 1983 το Βραβείο Mondello για το 1934. Το 1984 εκλέγεται ευρωβουλευτής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ιταλίας. Πεθαίνει το 1990 στη Ρώμη.

Η υπόθεση

Το βιβλίο αναφέρεται στη ζωή πέντε ανθρώπων. Μιας τριμελούς οικογένειας, η οποία αποτελείται από τη μητέρα, Μαρία Γκράτσια και τα δύο παιδιά της, την Κάρλα και τον Μικέλε, του εραστή της μητέρας, Λέο Μερουμέτσι και της Λίζα, φίλης της μητέρας, πρώην του Λέο και νυν ερωμένης του Μικέλε. Μια τυπική αστική ιταλική οικογένεια, με επιφανειακούς δεσμούς, η οποία ακολουθεί τις κοινωνικές συμβάσεις και στο βωμό της συνέχισης της άνετης και τρυφηλής ζωής της είναι έτοιμη να θυσιάσει κάθε ηθική επιταγή και να παραβλέψει κάθε ανάγκη δραστηριοποίησης και αυτοβελτίωσης των μελών της.

Ο σύζυγος της Μαρία Γκράτσια έχει πεθάνει προ πολλού και εκείνη εδώ και δεκαπέντε χρόνια διατηρεί δεσμό με τον νεότερό της Λέο Μερουμέτσι. Ο Λέο έχει βάλει στόχο να της πάρει το σπίτι της και σχεδόν το έχει καταφέρει, δανείζοντάς της χρήματα τα οποία εκείνη δεν μπορεί να επιστρέψει. Για τον λόγο αυτό ανέχεται την γκρίνια και τις συχνότατες σκηνές ζηλοτυπίας της. Παράλληλα του αρέσει και η Κάρλα και προσπαθεί να την κάνει να υποκύψει στις ορέξεις του.

Η Κάρλα από τη μεριά της, νιώθει εγκλωβισμένη σε μια οικογένεια και σε έναν τρόπο ζωής που μόνο ανία και πλήξη της προκαλούν. «Θα ήθελα να μάθω αν μπορεί κανείς να συνεχίζει έτσι, κάθε μέρα, μέσα σε αυτή την πλήξη, χωρίς να αλλάζουμε ποτέ, χωρίς να αφήνουμε πίσω μας αυτήν τη μιζέρια και τις ανοησίες που περνούν από το μυαλό μας, καβγαδίζοντας πάντα για τους ίδιους λόγους, κολλημένοι συνεχώς στο χώμα, χωρίς να ξεφεύγουμε ούτε στιγμή». Έτσι όταν ο Λέο της προτείνει να συνάψουν σχέση, δέχεται, παρά το γεγονός ότι δεν είναι ερωτευμένη μαζί του, γιατί το βλέπει σαν μια ευκαιρία για μια νέα ζωή, πιο ενδιαφέρουσα. Κι ο μόνος τρόπος για να ξεκινήσει αυτή η νέα ζωή, είναι να καταστραφεί πρώτα η παλιά. «Όλα έπρεπε να είναι ακάθαρτα, βρόμικα, ταπεινά, δεν έπρεπε να υπάρχει ούτε αγάπη, ούτε συμπάθεια, μόνο ένα σκοτεινό αίσθημα καταστροφής. Να προκαλέσει ένα σκάνδαλο, να κάνει κάτι αδιανόητο, κάτι ντροπιαστικό». Θέλει λοιπόν να φτάσει μέχρι το τέρμα, μέχρι την καταστροφή, ως τον πάτο της ζωής αλλά θέλει και «να βεβαιωθεί ότι το πεπρωμένο της δεν θα είναι ίδιο με της μητέρας της».

Ο Μικέλε, είναι ο πρώτος από την οικογένεια που ανακαλύπτει τα σχέδια του Λέο να οικειοποιηθεί το σπίτι τους. Κι ενώ όλοι –ακόμα και ο ίδιος– θα περίμεναν ότι θα θυμώσει και θα βρει έναν τρόπο να εκδηλώσει την οργή του, εκείνος «προς μεγάλη του έκπληξη, συνειδητοποιεί ότι δεν είναι καθόλου ταραγμένος. Είναι πάρα πολύ ήρεμος. Καμία πράξη του Λέο, όσο μοχθηρή κι αν είναι, δεν μπορεί να ταράξει την αδιαφορία του». Νιώθει ψυχρός, περιττός, υπερβολικά λογικός, άχρηστος και ο λόγος είναι η αδιαφορία του για όλους και για όλα. «Δεν κατορθώνει να αναστήσει το πεθαμένο πνεύμα του. Η αγάπη του γιου, το μίσος για τον εραστή της μητέρας, η οικογενειακή αγάπη, όλα αυτά είναι συναισθήματα άγνωστα γι’ αυτόν. Ζει μια εμμονική απελπισία χωρίς ψευδαισθήσεις. Θα ήθελε να ζει λεπτό το λεπτό, όπως όλοι οι άνθρωποι, χωρίς ανησυχίες, συμφιλιωμένος με τον εαυτό του και με τους άλλους. Ένας άνθρωπος που λειτουργεί με το ένστικτο. Ένας άνθρωπος ειλικρινής. Θα ήθελε να έχει έναν οποιοδήποτε σκοπό, έστω και ψεύτικο». Θα ήθελε να γνωρίσει μια γυναίκα η οποία να του καλύπτει «την ανάγκη του για συντροφιά και αγάπη, να βρει ανάμεσα σε όλον τον κόσμο μια γυναίκα για να την αγαπήσει ειλικρινά, χωρίς ειρωνείες και συγκατάβαση». Αντί αυτού όμως, είναι έτοιμος να υποκύψει στις πιέσεις της Λίζα, της φίλης της μητέρας του, παρά το γεγονός ότι δεν νιώθει τίποτα θετικό γι’ αυτήν.

Η Λίζα, μια γυναίκα που την έχει εγκαταλείψει ο άνδρας της κι έχει αποφασίσει να ζήσει τη ζωή της, προσπαθεί να πείσει τον εαυτό της ότι αγαπάει τον Μικέλε και ότι κι εκείνος νιώθει το ίδιο. Έχει την ανάγκη να νιώσει επιθυμητή και απαραίτητη. Αυτό όμως δεν την εμποδίζει να σκεφτεί και τον Λέο σαν εναλλακτική, στην περίπτωση που ο Μικέλε την απορρίψει.

Πέντε άνθρωποι οι οποίοι ζουν όχι με τον τρόπο που επιθυμούν αλλά με τον τρόπο που θεωρούν ότι θα τους αποδώσει τα μέγιστα δυνατά θετικά αποτελέσματα. Κι αυτά μπορεί να είναι ένα αποδεκτό κοινωνικό προφίλ, οικονομική άνεση, σταθερότητα και ασφάλεια, επιφανειακή ευημερία. Εκείνο που δεν μπορούν να έχουν, είναι ουσιαστικές σχέσεις με τους ανθρώπους γύρω τους και συναισθήματα που να τους συνδέουν με τους ανθρώπους αυτούς. Αναγνωρίζουν την αδράνεια στην οποία βρίσκονται, είναι όμως ανίκανοι να την πολεμήσουν, να βγουν από την ανία, το ψέμα, τη γελοιότητα, την αηδία που νιώθουν για τον εαυτό τους και τις πράξεις τους.

Θεατρικότητα το κύριο χαρακτηριστικό του βιβλίου

Βασικός στόχος του συγγραφέα ξεκινώντας το συγκεκριμένο μυθιστόρημα, ήταν να συνδυάσει σε αυτό την τεχνική του μυθιστορήματος με την τεχνική του θεάτρου (Εξομολογήσεις συγγραφέων, Τορίνο, 1951). Κι αυτό είναι εμφανέστατο σε όλη την έκταση του βιβλίου. Η ζωντάνια των εικόνων και η γλαφυρότητα στην περιγραφή της όποιας δράσης, οι αυθεντικότητα των ηρώων, ο έντονος ρεαλισμός που διαπνέει όλο το κείμενο, η ωμή περιγραφή της διαφθοράς, η ανατομία της ανθρώπινης ψυχής, στην οποία είναι δεξιοτέχνης, όλα αυτά συνθέτουν ένα κείμενο ολοκληρωμένο και λειτουργικό. Μεγάλη επίσης έκταση καταλαμβάνουν και οι διάλογοι. Διάλογοι των ηρώων μεταξύ τους, μα και διάλογοι των ηρώων με τον εαυτό τους. Ακόμα κι όταν η συνομιλία με τους γύρω τους σταματά, οι ήρωες δεν παύουν να συνομιλούν με το μέσα τους. Η εσωτερική φωνή είναι η φωνή της αλήθειας, της συνείδησης, της αναγνώρισης και της αποδοχής της κατάστασης στην οποία βρίσκονται. Τα λόγια αυτής της φωνής βρίσκονται σε διαρκή αντιπαράθεση με τα λόγια που βγαίνουν από το στόμα τους. Γιατί ο καθένας τους παίζει κι έναν ρόλο. Τον ρόλο που θα τον βοηθήσει να διατηρήσει τα κεκτημένα του και ενδεχομένως να τα πολλαπλασιάσει. Διαφορετικά «ποιος ξέρει πού θα καταλήξει», όπως τονίζει η Μαρία Γκράτσια.

Θέματα που κυριαρχούν

Μοντερνιστής και αντικομφορμιστής, ο Μοράβια αντιπαρατίθεται σε κάθε τι που διαιωνίζει ένα επιφανειακό σύστημα αξιών. Κι αυτά είναι οι κοινωνικές συμβάσεις, η αδιαφορία, η ατολμία, η διαφθορά, η ανθρώπινη αλλοτρίωση, η έλλειψη δημιουργικού ενδιαφέροντος, η ερωτική συνεύρεση ως μέσο διαφυγής από τις δυσκολίες και τα προβλήματα, η υποκρισία, η αποτυχία του να βρει κάποιος την ευτυχία μέσω του γάμου, η πλήξη της μεσοαστικής τάξης, η συναισθηματική ανικανότητα, η αλήθεια και το ψέμα, η απομόνωση, η απαισιοδοξία σχετικά με την πιθανότητα αλλαγής της κατάστασης και βέβαια η βαρύνουσα σημασία που αποδίδεται από τους ήρωες στα χρήματα και στον πρωτεύοντα ρόλο του για την απόκτηση της ευτυχίας.

Το επιπλέον απόσπασμα

Το μυθιστόρημα συνοδεύεται από μια εκτενή εισαγωγή του Ε. Σανγκουινέτι, ένα κριτικό σημείωμα της Αλ. Γκραντέλις και ένα αναλυτικό χρονολόγιο της ζωής του συγγραφέα. Στο τέλος του βιβλίου παρατίθενται τρία κείμενά του, τα οποία γράφτηκαν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και στα οποία σχολιάζει ο ίδιος το βιβλίο του, καθώς και ένα απόσπασμα το οποίο δημοσιεύτηκε χωριστά, πριν από την έκδοση του μυθιστορήματος και το οποίο περιλαμβάνει πέντε όνειρα, τα οποία βλέπουν τα πρόσωπα του βιβλίου. Στο απόσπασμα αυτό διαπιστώνουμε έντονη επιρροή από την ψυχαναλυτική θεωρία του Φρόιντ, αν και ο Μοράβια λέει ότι εκείνη την εποχή δεν είχε μελετήσει ακόμη τον Φρόιντ αρκετά.

Με το μυθιστόρημα αυτό ο Μοράβια εκφράζει απερίφραστα την απέχθειά του για τον αστικό τρόπο ζωής. «Αυτό που ονομάζουμε φυσιολογική ζωή δεν μου άρεσε, με έκανε να πλήττω και μου φαινόταν άνοστη. Κατά πάσα πιθανότητα, το γράψιμο εκείνη την εποχή ήταν ένα υποκατάστατο των εμπειριών που δεν είχα αποκτήσει και δεν μπορούσα να αποκτήσω». Και παρά το γεγονός ότι δεν ήταν στις προθέσεις του να εκφράσει την έντονη απαισιοδοξία του για την κατάσταση της κοινωνίας της εποχής του, δύσκολα θα διακρίνει κανείς μια χαραμάδα ελπίδας. Μια πιθανότητα να καταφέρουν τα μέλη αυτής της κοινωνίας να βγουν από τη νωθρότητα, να κινητοποιηθούν, να αντιδράσουν σε κάθε μορφή βίας, κοινωνική, συναισθηματική, πολιτική και να υψώσουν το ανάστημά τους. Διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου «Το έργο αυτό κυκλοφόρησε σε μία από τις πιο δύσκολες ιστορικά στιγμές της Ιταλίας. Ο Μουσολίνι είχε ήδη επιβάλει τη δικτατορία του και η χώρα όδευε προς τη συναίνεση και την επικύρωση του φασισμού. Ο Μοράβια έδειξε με τον πιο γλαφυρό και άμεσο τρόπο, ότι ο φασισμός μετατρέπει τον θανάσιμο κίνδυνο της αδιαφορίας σε ένα απόλυτα υπαρξιακό προσωπικό καθεστώς. Το πορτρέτο που φιλοτέχνησε, αυτό ενός νέου αντιμέτωπου με την κατάρρευση της αστικής οικογένειάς του, αλλά και της ίδιας της χώρας του, παραμένει αξεπέραστο μέχρι και σήμερα».

Όπως όμως έχει ειπωθεί από τον ίδιο τον συγγραφέα «ο μυθιστοριογράφος σου δίνει να δεις από την κλειδαρότρυπα αυτά που δεν μπορείς να δεις διαφορετικά». Κι εκείνος με τα βιβλία του μας υπέδειξε πολλές κλειδαρότρυπες, μέσα από τις οποίες ίσως καταφέρουμε να δούμε όσα βρίσκονται πολλές φορές μπροστά στα μάτια μας και αδυνατούμε για διάφορους λόγους να αναγνωρίσουμε. Οι Αδιάφοροι είναι ένα μυθιστόρημα εξόχως απεικονιστικό της κοινωνίας της εποχής του αλλά ταυτόχρονα διαχρονικό και επίκαιρο, καθώς στα προφίλ των ηρώων του, μπορεί κανείς να αναγνωρίσει τον εαυτό του.

Οι αδιάφοροι, Alberto Moravia

* ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΜΟΥΚΟΥΛΗ / bookpress.gr

Comments

Leave your comment